Ανακοίνωση της Διοίκησης του Δήμου Θεσσαλονίκης για τη νέα παρεμπόδιση της συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου:
“Η σημερινή βίαιη και αντιδημοκρατική διακοπή της εξ αναβολής Συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου από ομάδα πρώην εργαζομένων στο Δήμο Θεσσαλονίκης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου οκτάμηνης διάρκειας που έχουν λήξει αυτοδικαίως αποτελεί την τέταρτη κατά σειρά επιτυχή προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου του Σώματος και κατ’ επέκταση της εύρυθμης λειτουργίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το σύνολο της τοπικής κοινωνίας.
Εδώ και μία ολόκληρη εβδομάδα το Δημοτικό Συμβούλιο, όχι μόνον δεν δύναται να συνεδριάσει αφήνοντας σε εκκρεμότητα θέματα της πόλης και του Δήμου, αλλά και στο βαθμό που του επιτρέπεται από αυτήν τη μικρή ομάδα ανθρώπων να λειτουργήσει, το πράττει υπό το κράτος των απειλών και των εκβιασμών.
Παρ’ όλα αυτά, σε μια ύστατη προσπάθεια επίλυσης του αδιεξόδου που προκάλεσε η άτεγκτη στάση των ίδιων των πρώην συμβασιούχων, ο Δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης και ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παναγιώτης Αβραμόπουλος επεξεργάστηκαν εναλλακτική πρόταση προς τους πρώην εργαζομένους.
Σύμφωνα με αυτήν, «Οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες στον τομέα της καθαριότητας του Δήμου Θεσσαλονίκης ανέρχονται σήμερα στον αριθμό των χιλίων πεντακοσίων 1500 θέσεων εργασίας περίπου. Εξ αυτών των θέσεων, εξακόσιες (600) περίπου καλύπτονται από προσωπικό με μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εργασίας.
Οι υπόλοιπες έως σήμερα θέσεις καλύπτονται από εργατικό προσωπικό κυρίως από εργαζόμενους με οκτάμηνη σύμβαση εργασίας, των οποίων οι συμβάσεις λύονται αυτοδικαίως με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, χωρίς άλλη διατύπωση από τα συμβαλλόμενα μέρη».
Ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν έκαναν δεκτή την αντιπρόταση της Διοίκησης, παρά το γεγονός πως, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, ο δικηγόρος τους χαρακτήρισε τη νέα διατύπωση «συμπαθητική».
Η Διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, παρά τα προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του, τονίζει τη δέσμευσή της στην τήρηση των δημοκρατικών διαδικασιών που προϋποθέτουν ελεύθερο και απροσχημάτιστο διάλογο, μακριά από λαϊκισμούς και κορώνες μισαλλοδοξίας”.













