
Κείμενο – φωτό: Γιάννης Χατζηαναστασίου / ioha7@hotmail.com
Καθώς έμπαινα στο αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη, δύο πανευτυχείς Γαλλιδούλες έπιασαν κουβέντα στην πόρτα με την αεροσυνοδό που τις καλωσόριζε. Δεν παραξενεύτηκα που τη ρωτούσαν πως είναι η καλησπέρα στα ελληνικά. Δεν παραξενεύτηκα ούτε αργότερα στον δρόμο, όταν ξένοι με σακίδια με ρωτούσαν που είναι το …Μεγκάρο. Εκείνο το βράδυ ξεκινούσε στην Θεσσαλονίκη η μεγαλύτερη θεματική έκθεση για τις μουσικές του κόσμου, η WOMEX. Ήταν κι ο λόγος που ερχόμουν στην γενέτειρά μου λίγες ημέρες νωρίτερα από την κορύφωση των εορτασμών για τα 100 χρόνια της.
Η WOMEX (World Music Expo) απευθύνεται κατ’ αρχήν στη μουσική βιομηχανία. Φέρνει σε επαφή καλλιτέχνες, δισκογραφικές εταιρίες, διοργανωτές φεστιβάλ, γραφεία management. Στα εκθεσιακά περίπτερα δεν συμμετέχουν μόνο ατζέντηδες και παραγωγοί αλλά κι οι καλλιτέχνες, πολλοί φορώντας τα ρούχα της σκηνής (ινδιάνοι, Εσθονές πριγκίπισσες), προωθώντας το μουσικό προϊόν της χώρας τους. Το πρωινό σκέλος της έκθεσης, που είναι περισσότερο Business, έχει μια έντονη αύρα Pleasure με τις εξεζητημένες παρουσίες, την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα, τους χαλαρούς κώδικες, τα πολύχρωμα κουστούμια.
Το δεύτερο σκέλος της έκθεσης άνοιγε τα βράδια, όταν το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει 51 συναυλίες σε έξι διαφορετικές σκηνές. Κάθε στιγμή υπήρχαν τρεις ή τέσσερις παράλληλες συναυλίες, σε κοντινή απόσταση, 45λεπτης διάρκειας και με πρόγραμμα που δεν παρέκλινε ούτε λεπτό. Το πρώτο – άτυχο – γκρουπ που εμφανίστηκε στη WOMEX είχε μπροστά του καμιά τριανταριά άτομα. Σε άλλη περίπτωση θα περίμεναν να γεμίσει η αίθουσα. Ο Toni Kitanovski και η Cherkezi Orchestra, όχι μόνο έπαιξαν για 30 άτομα αλλά το έκαναν με κέφι και θετική ενέργεια σαν να έπαιζαν για εκατοντάδες (ευτυχώς, όταν τελείωσαν είχαν όντως κάποιες εκατοντάδες μπροστά τους). Όλες οι πλευρές της WOMEX είχαν τον διττό χαρακτήρα ‘Business & Pleasure’, σαν Γιν και Γιανγκ, με τα δυο χαρακτηριστικά να συνυπάρχουν και να μην μπορεί να υπερτερεί κανένα υπερβολικά εις βάρος του άλλου.
Σαν θεατής – και μάλλον, λόγω καταβολών – με ενθουσίασε το γκρουπ ελληνόφωνης μουσικής της Κάτω Ιταλίας Canzoniere Grecanico Salentino, που συμπληρώνεται από μια υπέροχη χορεύτρια, την Silvia Perrone. Εξαιρετικό κέφι είχαν όλα τα συγκροτήματα – θα ξεχώριζα τον Anibal Velasquez και το Κουιντέτο του και τους Canalón de Timbiquí. Τέλος, ιδιαίτερα πετυχημένος ήταν ο χωροταξικός διαχωρισμός με βάση το ύφος των συγκροτημάτων. Στην κεντρική σκηνή του ‘Ι. Βελλίδης’, που δεν προσφέρεται για χορό και πάρτι, έπαιξαν οι δεξιοτέχνες και ‘αριστοκράτες’ του είδους: The Touré – Raichel Collective, το Ricardo Herz Trio, ο βιολιστής Félix Lajkó.
Είναι φανερό ότι μια παράσταση σαν τη WOMEX, ιδίως στις μέρες μας, προσφέρει εναλλακτικές σε πολλά επίπεδα: αντί της γενικής κατήφειας προσφέρει ζωντάνια και παλμό, αντί της συρρίκνωσης εκδηλώσεων λόγω έλλειψης κονδυλίων προσφέρει παραστάσεις υψηλών προδιαγραφών (και μάλιστα στην τιμή των 17 ευρώ για 17 συναυλίες!), αντί της γενικευόμενης ξενοφοβίας προτείνει μια απόλυτη και γιορτινή πολυπολιτισμικότητα.
Οι τελετές έναρξης και λήξης έγιναν στο Μέγαρο Μουσικής ενώ τις υπόλοιπες ημέρες η έκθεση και οι συναυλίες έγιναν στο Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο. Συνολικός απολογισμός: 2.200 εμπορικοί επισκέπτες από 90 χώρες, 570 μάνατζερ, 310 παραγωγοί, 730 διοργανωτές συναυλιών, 490 εκπρόσωποι δισκογραφικών εταιριών, 330 δημοσιογράφοι, 300 καλλιτέχνες και αρκετές χιλιάδες απλοί επισκέπτες.
Πέραν των ανωτέρω, στην πετυχημένη αίσθηση της εκδήλωσης βοήθησε κι ο ασυνήθιστα ζεστός για τον Οκτώβρη καιρός. Με τόσους ξένους να περιφέρονται με μια μπύρα στο χέρι, το εκθεσιακό κέντρο τα βράδια θύμιζε κλαμπ σε νησί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γερμανική πλευρά των διοργανωτών τη χαρακτήρισε ‘η πιο πετυχημένη WOMEX ever’.
Αναφορικά με τα αρνητικά, πιο σημαντικό θεωρώ την αδυναμία υποδοχής μεγαλύτερου αριθμού θεατών (εδώ οφείλεται και το ομολογουμένως χαμηλό προφίλ ενημέρωσης). Η διοργανώτρια εταιρία του εξωτερικού έδινε προτεραιότητα στους εμπορικούς επισκέπτες (ατζέντηδες, παραγωγούς, κτλ.), με αποτέλεσμα τον περιορισμό του αριθμού των θεατών. Σε μια μελλοντική WOMEX – ήδη έχει εκφραστεί η επιθυμία γι αυτό από τις αρχές της Θεσσαλονίκης – το θέμα μπορεί να λυθεί με τη χρήση μεγαλύτερων χώρων.
Η έκθεση έκλεισε με την βράβευση των Värttinä που ψηφίστηκαν ως καλύτερο συγκρότημα. Είχα την τύχη να δω τους Värttinä πριν δέκα χρόνια στην πατρίδα τους τη Φινλανδία και ήδη τότε, ήταν το τιμώμενο γκρουπ σε μια κοινή τηλεοπτική παραγωγή των κρατών της Ε.Ε. Το ότι συμμετείχαν στη WOMEX δείχνει, πάλι, το βάρος της εκθεσιακής διοργάνωσης.
Από όποια πόλη περνάει η WOMEX αφήνει κι έναν ‘απόγονο’, δηλ. μια θεματική σειρά συναυλιών που προορίζεται να αποκτήσει δική της οντότητα και πορεία. Στη Θεσσαλονίκη άφησε το CLUB GLOBALKAN, μια σκηνή βαλκανικής μουσικής. Μακάρι να ανδρωθεί και να μεγαλώσει – εδώ, φυσικά, χρειάζεται να βοηθήσουν ενεργά οι υπεύθυνοι.
Όσοι πήγαμε στη WOMEX για να ακούσουμε καλή μουσική αποζημιωθήκαμε, αλλά ζήσαμε και μια μικρή ανάταση, μεγεθυμένη από την κατήφεια της εποχής. Προσωπικά, κρατάω σαν πιο αντιπροσωπευτική την πρώτη εντύπωση από το αεροπλάνο: οι ξένοι που ρωτούσαν χαρούμενα πως είναι η ‘καλησπέρα’ στα ελληνικά, ή αργότερα, που περνούσαν φανερά ευτυχισμένες ώρες στο εκθεσιακό κέντρο της πόλης, έζησαν – και προέβαλαν γύρω τους, και σε μας – μια εικόνα σε ευθεία αντιπαράθεση με την εικόνα της Ελλάδος στα ΜΜΕ των χωρών τους. Μέσα από τα μάτια των άλλων αναγνωρίσαμε για λίγο την παλιά καλή αύρα της Ελλάδας – που σημαίνει πως μπορεί να είναι καλυμμένη, αλλά υπάρχει ακόμα.






















