Ποιητικές “Εκπνοές”

0
1759

antiochou_ekpnoesΓιάννης Αντιόχου, “Εκπνοές”, εκδ. Ίκαρος

Γράφει η Χριστίνα Οικονομίδου

Την ποίηση του Γιάννη Αντιόχου την παρακολουθώ εδώ και πολλά χρόνια, από τις πρώτες του δημοσιεύσεις. Και ομολογώ πως μ’ είχε  αρπάξει, απ’ την αρχή, από τα μούτρα, έτσι που μου φαίνεται, κάθε φορά, εκ των προτέρων, δύσκολο να αντικρίσω το καινούριο βιβλίο του με καθαρό βλέμμα. Ωστόσο, ο Αντιόχου μου το κάνει πολύ ευκολότερο, καθώς επαναπροσδιορίζεται ποιητικά κάθε τόσο. Κρατώντας, φυσικά, κάποια σημαίνοντα και σημαινόμενα, ως οιονεί σταθερές, στο ποιητικό του σύμπαν.

Σ’ αυτό το σημείωμα θα ήθελα να σταθώ σε μερικά σημεία που δεν έχω, ως τώρα, σταθεί –όχι, τουλάχιστον, μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το πρώτο απ’ αυτά είναι το περιβάλλον, το οποίο, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση, αποτελεί και τον κοινό παρανομαστή σ’ ολόκληρο το ποιητικό του έργο, ως τώρα. Η ποίηση του, λοιπόν, υποβλητική έως και καθηλωτική για τον αναγνώστη, μοιάζει να κυοφορείται σ’ ένα σκηνικό σύγχρονου μπαρόκ, με βαρείς πολυελαίους και παλιά χαλιά, καναπέδες αστικής βολής και πίνακες εξόφθαλμης αποκαθήλωσης. Εν μέσω όλων αυτών, ένας κυλιόμενος διάδρομος διασχίζει το αμνιακό υγρό, στ’ οποίο κολυμπά το έμβρυο της βιομηχανικής μας ένδειας  αλλά και της μεταφυσικής μας, δια-κοσμικής εκπλήρωσης.

[Μα όλα του τα χρόνια/ Ίδιο το γεγονός/ Την ώρα που πλημμύριζαν τα μάτια/ Κι έπλεε μέσα τους ο μόρος/  Ένας μιλητικός προφήτης αναδυόταν/ Ουρλιάζοντας το όμικρον και το ύψιλόν του/ Σαν του βοριά κατεβασιά/ Σπάζοντας τα σύμφωνά του στα δόντια των τρωκτικών/ Που τις νύχτες ροκανίζουνε τη μνήμη/ Κι αρθρώνοντας το άλφα του/ Μακρύ, θαυμαστικό και στεντόρειο:

(…)

Όπως και να το κάνεις όμως/ Στην ενδοχώρα των μητροπόλεων/ Ακόμη διασώζονται σκελετοί κτιρίων/ Και υπόγεια κτίσματα οικούνται νυσταγμένα/ Καταφύγια των επικηρυγμένων/ (…)

«ΕΝΑΣ ΜΙΛΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ» – Εκπνοές]

Αν έπρεπε να ερμηνεύσουμε καθένα από τα στοιχεία αυτού του περιβάλλοντος, διατρέχοντας το έργο του, θα λέγαμε πως το «μπαρόκ» αρχικά υπερισχύει (ιδιαίτερα στα πρώτα δύο βιβλία, Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα και Στη γλώσσα του), εκπληρώνοντας μια τελεολογική απόφανση του ασυνείδητου στο μεταφυσικό, που φαίνεται να είναι και το κυρίαρχο αίνιγμα που καλείται να επιλύσει το ποιητικό υποκείμενο. Προϊόντος  του χρόνου, ο φορτωμένος περίγυρος ξεθωριάζει, αφήνοντας την «καθημερινή καθημερινότητα» ν’ αναδυθεί στο προσκήνιο. Εξίσου βαριά, ωστόσο, όπως και οι κουρτίνες που αποκλείουν το θαύμα, το υπερφυσικό, από τη φυσική μας όραση (Αυτός ο μαύρος άγγελος που επιστρέφει πάντα τέτοια ώρα/ Στεγάζοντάς μας κάτω από τις σκοτεινές φτερούγες του/ Γιατί διψάσαμε κι ήπιαμε σχεδόν όλη την αλήθεια/ Κι αν έμεινε μια στάλα/ Κολλημένη στις πλαστικές σου κάρτες/ Αναλαμβάνει στα ΑΤΜ της Πίστεως/ Ανοικτό δάνειο με επιτόκιο 100%/ Την ισόβιά μας κάθοδο/ Να περπατούμε χίλιους χρόνους/ Εξαντλημένοι και άρρωστοι – Εισπνοές).

Ενώ το μέλλον διελαύνει αγνοώντας ό,τι έχει προηγηθεί και αδιαφορώντας για ό,τι έπεται. (Α!/ Κάποτε δεν θα μετρούν/ Κάποτε δεν θα ‘ναι χρόνος/ Μήτε το τικ τακ/ Αλλά ο καιρός της ακριβούς συμμετρίας/ Κι ο άνθρωπος αμνήμων/ Μέτοικος σε τοπία με χαμηλά όρη/ Με πράσινα βάτα κι αγκάθια στα δάχτυλα/ Κατάφορτος οδύνη/ Θα γέρνει σαν κυρτωμένο τόξο στην περιδίνησή του – Εκπνοές).

Θεωρώ μεγίστης σημασίας την επιλογή αυτή του Γιάννη Αντιόχου, το να δονείται, δηλαδή, η ποίησή του σ’ ένα περιβάλλον μεταξύ φυσικής και μεταφυσικής. Κι όχι γιατί αποτελεί αυτό που θα λέγαμε, απλοϊκά, εμμονή του, αλλά γιατί εκφράζει την δική του, ανθρώπινη αγωνία, καθώς διαρκώς αμφισβητεί και εξερευνά, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει κι, εν τέλει, να κατανοήσει, αυτό που εδράζει στον πυρήνα της αισθητικής και της προβληματικής του. Κι η ποίησή του, δεν θα είχε την δυναμική που έχει, χωρίς αυτό το βασανιστικό ξεφλούδισμα, χωρίς αυτή την πεισματική προσπάθεια εντοπισμού της «χρυσής τομής» που διαρκώς ματαιώνεται και τον ματαιώνει.

Το δεύτερο σημείο, στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, είναι η μνήμη. Το φασματικό πλέγμα της, που άλλοτε εναποτίθεται και άλλοτε εγκαταλείπεται, στις απολήξεις των νευρώνων μας και στην πλασματική –πλην όμως ειλικρινή- ενόραση του μέλλοντός μας, φαίνεται να τον απασχολεί –τόσο στη συλλογικότητα όσο και στην ατομικότητά της- ιδιαίτερα στην παρούσα σύνθεση.

(Το ιδιώνυμό τους έγκλημα/ η μνήμη/ Που αθόρυβα διπλώνεται σε παλιόχαρτα/ Για να επιδοθεί στις σβησμένες παλάμες/ Όσων ακόμα ενθυμούνται/ Δεν ξέρω/ Ποτέ δεν ήξερα/ Γιατί αυτή πρέπει να επιβιώνει/ Αυτό το υγρό/ Σαλιάρικο τέρας του μυαλού – «ΕΝΑΣ ΜΙΛΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ», Εκπνοές)

Και αλλού

(Πάψε να μνημονεύεις επετείους/ Αφού εσαεί/ Μόνο τα όνειρα έσονται/ Που πάντα είναι δυσκολότερα από τη ζωή/ Α! Και το σκοτάδι/ Που ξεκουράζει την ακμή του σώματος/ Την αίσθηση/ Την ηδονή/ Τον πόνο/ Βυθίζοντας στην αχρονία/ Τη βιογραφία σου/ Κι όσα του χρόνου απομεινάρια/ Επιμένεις να ιστορείς/ Να θυμάσαι/ Να τιμάς/ Διόλου δεν κερδίζεις την Αιωνιότητα/ Αφού αν δεν σε αναγνωρίζει κανείς/ Απλά δεν υπάρχεις – «ΕΝΑΣ ΜΙΛΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ», Εκπνοές)

Ωστόσο δεν αποδίδεται ούτε μονάχα στο συνειδητό, ούτε στο υποσυνείδητο, ούτε καν στο βιωμένο. Φορές, παραχωρείται στο πλέον αδιανόητο κομμάτι της φυσιολογίας μας. Για τούτο και η κάθαρσή της προκύπτει, ενίοτε,  διαμέσου της αλχημείας.

(Αυτός / Ό,τι είχε ν’ αφήσει/ Το είχε αφήσει/ Περίκλειστο στο βλαστοκύτταρό του/ Κι ήταν μοναδικό πως η μνήμη του/ Σαν μέσα σε κλίβανο/ Αναλωνότανε με φλόγα προπανίου/ Φέροντας ως ταυτοποιητική ετικέτα την εξής κωδική ονομασία:/ I(gnis) N(atura) R(enovatur) I(ntegra) – «Ο ΔΙΧΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΑΛΛΟΣ», Εκπνοές)

Για να προχωρήσουμε, όμως, παρακάτω, οφείλουμε, νομίζω, να παραδεχτούμε πρώτα πως ο Γιάννης Αντιόχου είναι ένας «βλάσφημος» ποιητής. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν θα περίμενα τίποτα λιγότερο από αυτόν (ή όποιον ποιητή εκτιμώ). Στο πλαίσιο αυτής της βλασφημίας επιχειρεί ν’ αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις της σκοτεινής μας όψης που απεργάζεται δεινά, αναμοχλεύοντας τις προσδοκίες μας, ενώ δεν φοβάται ν’ αναμετρηθεί ούτε καν με τον Θεό ή την Αγάπη, παρά το δέος που, πιθανώς, του προξενούν. Το πλέον ανησυχητικό όμως –για εμάς- είναι πως ο Γιάννης Αντιόχου δεν μιλά για τους Θεούς και τους Δαίμονες που δεν γνωρίζουμε. Αντιθέτως. Εγκαθιστά στο υπόλοιπο της αμφισβήτησής μας, εκείνον τον ίδιο «ιό» που αναπαράγεται απ’ το δικό μας αίμα. Και, μάλιστα, ακριβοδίκαια (βλ. «ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ» – Εκπνοές,  που είναι και το πλέον «βλάσφημο» ποίημα της παρούσας ποιητικής σύνθεσης).

Ταυτοχρόνως, αμφισβητεί την αυθεντικότητα και αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια της εμπειρίας:

(Καθημερινά/ Νωρίς το πρωί/ Πίνει δυο βαριά τσιγάρα απανωτά/Σφίγγει τη γραβάτα του/ Και ξεκινά/ Όλοι νομίζουν πως έτσι επιβάλλεται/ Εκείνος δένει το λαρύγγι του/ Να μην τους ξεράσει …)

Αλλά και της μνήμης, την οποία –όπως προανέφερα- τοποθετεί σε περίοπτο σημείο του παρόντος προβληματισμού του:  (Και να!/ Βλέπω το ανύποπτο να κρούει τα μάτια των πληροφορημένων/ Έτσι όπως οι κόρες τους/ Διασταλμένες ανασύρουν την πιο αναξιόπιστη μνήμη/ Αυτή την ευθεία γραμμή/ Που όπως και να ‘ναι/ Θα καμπυλώνει πάντα στο αέναο– «ΕΝΑΣ ΜΙΛΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ», Εκπνοές)

Και βέβαια, δε θα μπορούσα εδώ να παραλείψω ν’ αναφερθώ σ’ ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα του παρόντος βιβλίου, αυτό με τίτλο «GOD ALLONE KNOWS», αφιερωμένο στον Damien Hirst, στο αγαπημένο, επίσης «βλάσφημο», παιδί των Young British Artists (όπως επονομάστηκε αυτή η γενιά των βρετανών καλλιτεχνών, που δεν είναι και τόσο νέοι πια).

Για το σώμα στην ποίηση του Γιάννη Αντιόχου έχω μιλήσει κι άλλοτε. Δεν μπορώ, όμως, να αντισταθώ στον πειρασμό ν’ αναφερθώ ξανά σ’ αυτό. Ίσως γιατί αισθάνομαι να με συνδέει κι εδώ μια εκλεκτική συγγένεια μαζί του. Ίσως, γιατί κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει ποίηση χωρίς σώμα, όπως δεν υπάρχει σώμα χωρίς ποίηση –στην κυριολεξία του. Με τις φλέβες, τα όργανα και το δέρμα του. Το πρόσχημα του ποιητικού υποκειμένου δεν είναι ικανό να σταθεί χωρίς σαρκίο. Και, μάλιστα, με επίκεντρο τον απλούστερο εαυτό, σε μια ανύποπτη συνθήκη, σ’ ένα τυχαίο μέρος.

Εν προκειμένω, το σώμα όπως και η μνήμη, του ποιητικού υποκειμένου, φέρονται ικανά και πρόθυμα τόσο να διασώσουν όσο και να εγκαταλείψουν το «Εγώ-σκεύος» που κατοικούν. Και, οικειοποιούμενα  μια μνήμη έντονα προσωπική (που ακριβώς γι’ αυτό γίνεται καθολική), τρυπώνουν στα μύχια ενδιαιτήματα του καθημερινού εαυτού, προξενώντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, ένα είδος βασανιστικής μέθεξης στον αναγνώστη.

(Ένα δόντι,/ Ένα καστανό μάτι,/ Ένα φιλί,/ Μια δύσοσμη αναπνοή,/ Μια αγκαλιά,/ Τη δομή ενός κρυστάλλινου δακρύου

Καθώς προσεκτικά το κουβαλάς/ Χρόνια τώρα/ Για να χύσεις/ Το πολύτιμό σου/ Σ’ εκείνη τη μία και μόνη στιγμή/ Που κατρακυλώντας από τα μάγουλα/ Καμπανιστό θα διαλυθεί/ Στο λευκό μου μάρμαρο. – «ΥΔΡΟΧΛΩΡΙΚΗ ΦΛΟΥΟΞΕΤΙΝΗ», Εκπνοές)

Το τελευταίο σημείο στο οποίο θα ήθελα ν’ αναφερθώ είναι η αισθαντικότητα. (Παρακαλώ, μην την συγχέετε με τον ανώφελο αισθηματισμό). Νομίζω πως είναι η πρώτη φορά που ο Γιάννης Αντιόχου παραδίνεται στους αναγνώστες του όπως ακριβώς είναι: με όλο το φως και το σκοτάδι του. Και εξηγούμαι: Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του, ο ποιητής μας προ(σ)καλεί διαρκώς στο πλέον προσωπικό του δωμάτιο. Εκεί που συντελούνται τα πάντα. Τα σενάρια μεγαλείου και η πτώση των «βασιλέων». Η ανύψωση και η ήττα, του άλλου και του εαυτού. Και, φυσικά, υπήρχαν και προηγουμένως, σκόρπιες, εδώ κι εκεί, στιγμές έμπλεες αισθαντικότητας, στις ως τώρα αναμετρήσεις. Όμως, στο τέλος της γιορτής, έμοιαζε να μένουν όλοι ανεξαγόραστα μόνοι, τόσο ο οικοδεσπότης όσο και οι καλεσμένοι, στην απίστευτη μοναξιά του επινοημένου, ναρκισσευόμενου εαυτού τους, όσο σκληρά και να τον είχαν, προηγουμένως, απογυμνώσει. Στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του, μάλιστα, τις Εισπνοές (που θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί και ως πρώτο μέρος ενός -μέχρι στιγμής- δίπτυχου μαζί με τις Εκπνοές), ο ποιητής εκούσια αποκαθηλώνεται, ορίζοντας με σαφήνεια το πεδίο συνομιλίας του με τον αναγνώστη. Αλλά νομίζω πως ακόμα κι εκεί –ή ίσως ακόμα περισσότερο εκεί- διατήρησε, συνειδητά, μια απόσταση

Στην παρούσα ποιητική σύνθεση, ο ποιητής, ή το ποιητικό υποκείμενο, αν προτιμάτε, περιφέρεται ολότελα γυμνό και, ως εκ τούτου, απευθύνεται. Εκπνέοντας (εξ ου και Εκπνοές) το αδιανόητο σκοτάδι που είχε προηγουμένως εισπνεύσει (Εισπνοές). Δεν θέλει να μας ξεγελάσει, δεν θέλει να υποκριθεί, δεν ξέρει, ίσως, καν για ποιον λόγο εκτίθεται. Και, παρά την επίμονη προσπάθειά του να αυτο-υπονομευθεί, για πρώτη φορά αγαπά και το δείχνει.

Δεν ξέρω αν η ποίηση του Γιάννη Αντιόχου θα σας κουμπώσει στις δονήσεις του ψυχισμού σας. Ξέρω, όμως, ότι έχει εναποθέσει πια, ηθελημένα είτε αθέλητα, στα χέρια μας και την πίτα και το μαχαίρι. Δική μας είναι, λοιπόν, η απόφα(ν)ση. Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά της «προσωπικής Ιώβειας κλίμακας», θα θελήσουμε να περπατήσουμε χέρι χέρι με «μια ξεβράκωτη Αθανασία» που «παρελαύνει στην ερημιά της πόλης»;

Προηγούμενο άρθροΤάχα όλοι charlie…
Επόμενο άρθρο“Έφυγε” μια ωραία κυρία του παλιού ελληνικού σινεμά
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.