
Γράφει ο Γιάννης Σεϊτανίδης / δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης οικονομικού ρεπορτάζ στην ημερήσια εφημερίδα της Κύπρου «Πολίτης»
Ο μύθος του Αισώπου με το βοσκό που έκανε αστεία, φωνάζοντας «λύκος – λύκος» για να κοροϊδέψει τους συγχωριανούς του, με αποτέλεσμα όταν πράγματι ήρθε ο λύκος να μην τον πιστεύει κανείς, ακουμπά, δυστυχώς, στη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα.
Από τις αρχές του 2010, με τα πρώτα μέτρα που είχε λάβει το Φεβρουάριο η κυβέρνηση Παπανδρέου, η ελληνική κοινή γνώμη άκουσε πολλές φορές ότι η χώρα κινδυνεύει με χρεοκοπία και με έξοδο από το ευρώ προκειμένου να ανεχθεί τη λήψη μέτρων λιτότητας. Το αποτέλεσμα: στην αρχή η κοινή γνώμη ήταν πράγματι ανεκτική. Ας μη ξεχνάμε ότι το ασφαλιστικό πέρασε το καλοκαίρι του 2010 χωρίς να ανοίξει ρουθούνι και το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις περιφερειακές εκλογές. Τα όσα ακολούθησαν, με αλλεπάλληλα νέα μέτρα -με αποκορύφωμα το χαράτσι στα ακίνητα- την εκτόξευση της ανεργίας και την κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας, κούρασαν τον Έλληνα. Οι θυσίες δεν απέδιδαν και δεν οδηγούσαν κάπου. Και να οδηγούσαν κάπου φως στο τούνελ δεν φαινόταν. Το αντίθετο μάλιστα. Το βαθύ σκοτάδι ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να κυριαρχεί.
Η τελευταία προεκλογική περίοδος, με τις επικοινωνιακές επιλογές που έκανε η ΝΔ, το μαύρο, το γκρίζο και η κινδυνολογία, είχαν ως αποτέλεσμα να παγιώσουν την ανοσία της κοινής γνώμης μπροστά σε όσες φωνές προειδοποιούν ότι ο δρόμος που ακολουθεί σήμερα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγεί στη σωτηρία. Το σκοτάδι σήμερα είναι πιο βαθύ.
Το ενδεχόμενο χρεοκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη δεν κινητοποιούν την κοινή γνώμη. Αντίθετα συντάσσεται με τη διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης Τσίπρα και με τη βεβαιότητα ότι στο τέλος θα υπάρξει συμφωνία με τους εταίρους. Οι προειδοποιήσεις των εταίρων (είτε ήπιες, είτε πιο σκληρές) ερμηνεύονται ως κινήσεις τακτικής.
Η πραγματικότητα διαφέρει αισθητά. Στο εξωτερικό, ακόμη και στη Γερμανία, έχει γίνει κατανοητό ότι το πρόγραμμα, το Μνημόνιο, δεν πέτυχε, αλλά υπάρχει μια διαφορετική ερμηνεία για το γιατί δεν πέτυχε. Εδώ υπάρχει και η μεγάλη παρεξήγηση για το τι τελικά επιδιώκουν οι εταίροι της Ελλάδας. Καταρχήν είναι καλό να βγάλουμε από το μυαλό μας τη συνωμοσιολογία. Δεν υπάρχουν κέντρα εξουσίας στο εξωτερικό που ξυπνούν και κοιμούνται με μόνη έγνοια πως να αφανίσουν το ελληνισμό και να ισοπεδώσουν την ελληνική μεσαία τάξη.
Η αλήθεια είναι ότι Ελλάδα έχασε μια δεκαετία, από το 2000 μέχρι το 2010, στην οποία δεν έλαβε κανένα διαρθρωτικό μέτρο που θα διασφάλιζε τη βιωσιμότητα α) των δημόσιων οικονομικών, β) του ασφαλιστικού και γ) της παραγωγικής διαδικασίας. Όταν ξέσπασε η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι αγορές «ανακάλυψαν» ότι τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού των κρατών της ευρωζώνης δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματική οικονομική τους κατάσταση η Ελλάδα ήταν ο πιο αδύναμος κρίκος.
Το πρόγραμμα, το Μνημόνιο, είχε εξ αρχής ένα στόχο: να διαμορφώσει τις συνθήκες επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές. Αυτό δεν έγινε με τον καλύτερο τρόπο, καθώς η χώρα είχε τόσο μεγάλα δομικά προβλήματα που δεν μπορούσαν να διορθωθούν σε τρία χρόνια. Επίσης το 2010 η Ευρώπη δεν ήταν έτοιμη να διαχειριστεί ένα κούρεμα κρατικού χρέους (που το δέχτηκε ένα χρόνο μετά), που τότε θα είχε νόημα.
Ωστόσο το Μνημόνιο προσέφερε μια τίμια συμφωνία: η Ελλάδα έπρεπε να τακτοποιήσει τον προϋπολογισμό της, να μην παράγει νέα χρέη, και οι εταίροι ανέλαβαν το χρέος.
Η συμφωνία του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012 αποτύπωνε αυτό το πλαίσιο. Όταν η χώρα θα παρουσίαζε βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, τότε η Ευρώπη θα έκανε ότι χρειάζονταν ώστε η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους να μην υπονομεύει τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Αυτό το απλό πράγμα δεν εξηγήθηκε ποτέ στον ελληνικό λαό, ενώ δεν έγινε κατανοητό και από το πολιτικό σύστημα. Το τελευταίο ήθελε περισσότερο να «ξεγελά» την Τρόικα και δεν έλαβε έγκαιρα, το 2010, όλες εκείνες τις ουσιαστικές αποφάσεις ώστε ο Έλληνας να ξέρει ακριβώς τι θα γίνει, να μην υπάρχει ανασφάλεια και να μην επικρέμεται ο φόβος λήψης νέων μέτρων. Η αβεβαιότητα ήταν αυτή που σκότωσε την πραγματική οικονομία και επιτάχυνε την ύφεση.
Η κυβέρνηση Τσίπρα παρέλαβε ακριβώς στο σημείο που θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι βιώσιμα (με τη λήψη όσων μέτρων είναι αναγκαία) και η Ευρώπη θα προχωρούσε σε απομείωση του χρέους.
Σήμερα, δυστυχώς, η χώρα βρίσκεται σε ένα άλλο στάδιο, πολύ μακριά από μια λύση απομείωσης του χρέους, κατάσταση που δεν γίνεται κατανοητή. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ φωνάζουν, προειδοποιούν αλλά τώρα είναι αργά για αυτούς. Δεν τους ακούει κανείς και δικαίως. Απέτυχαν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν υπάρχει. Το αντίθετο.
Ίσως είναι πιο κοντά από ποτέ, σε μια στιγμή που η κυβέρνηση δείχνει παγιδευμένη σε μια ρητορική που δεν πατά στην πραγματικότητα, γιατί απλά η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να βγει στις αγορές. Αυτή είναι η ουσία, η έξοδος στις αγορές, και όχι η κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του προϋπολογισμού. Αν επικεντρωθούμε στο δεύτερο (να δοθούν κάποιες δόσεις ή να χορηγήσει κάποια προκαταβολή η Ρωσία για το μελλοντικό έργο του φυσικού αερίου) και όχι στο πρώτο, η χώρα θα παραμένει παγιδευμένη σε μια καταστροφική σχέση δανειακής εξάρτησης με Ευρώπη και ΔΝΤ.
Τι τελικά, λοιπόν, επιδιώκουν οι εταίροι της Ελλάδας;
Η απάντηση δεν είναι η καταστροφή της χώρας. Ωστόσο δεν πρόκειται να κάνουν πίσω στα όσα αναμένουν από την Ελλάδα, όχι από δογματισμό, αλλά επειδή η ευρωζώνη είναι έτοιμη να κάνει το επόμενο βήμα στην ενοποίησή της, με την προώθηση μιας κάποιας μορφής δημοσιονομικής ένωσης. Υπάρχει ο κίνδυνος -για την Ελλάδα- το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από το ευρώ να μην αποδειχτεί καταστροφή για την υπόλοιπη Ευρωζώνη, αλλά καταλύτης βαθύτερης ενοποίησης.
«Αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ θα υπάρξει μια πολύ επικίνδυνη αστάθεια στην ευρωζώνη», δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, Γέρουν Ντάιζελμπλουμ στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο RTL. Ο κ. Ντάιζελμπλουμ φοβάται και στο τέλος του Eurogroup θα υποχωρήσει; Όχι και όποιος Έλληνας πολιτικός το πιστεύει ζει σε πλάνη. Σε αυτή την αστάθεια η Ευρώπη θα απαντήσει με περισσότερη ενοποίηση.
Στο χειρότερο σενάριο, της εξόδου από το ευρώ, η Ελλάδα θα έχει δώσει την τέλεια ευκαιρία για να τρέξουν θεσμικές αλλαγές που θα απαιτούσαν σχεδόν μια δεκαετία για να γίνουν αποδεκτές από τους ευρωπαίους ψηφοφόρους. Η ευρωζώνη χρειάζεται δημοσιονομική ενοποίηση, έναν κανονικό προϋπολογισμό και μεταβιβάσεις πόρων, θέματα δύσκολα καθώς «καταργούνται» τα εθνικά υπουργεία Οικονομικών. Η αλλαγή, όμως, είναι εδώ. Η Τραπεζική Ένωση και η μεταφορά της εποπτείας των συστημικών τραπεζών στη Φρανκφούρτη αποτέλεσε ένα κομβικό γεγονός, με την ΕΕ να περνά το δικό της Ρουβίκωνα, αποκτώντας μια πραγματική ομοσπονδιακή δομή.
Η αλήθεια είναι ότι κανείς στις Βρυξέλλες και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν θέλει να δει την Ελλάδα εκτός ευρώ, θα επιδειχθεί όση ευελιξία χρειάζεται, αλλά και η Ελλάδα πρέπει να διανύσει το δικό της κομμάτι του δρόμου, για να μπορεί να μετέχει στην ευρωζώνη.
Σε αυτό το πλαίσιο οι «κόκκινες γραμμές» που θέτει η κυβέρνηση Τσίπρα, όχι μόνο δεν γίνονται κατανοητές από Ευρώπη και ΔΝΤ, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας χάνει έδαφος και την ανοχή ξένων πολιτικών και του διεθνούς τύπου, μια ανοχή που του δόθηκε απλόχερα όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του.
Χάνει την ανοχή όχι γιατί λέει παλαβά πράγματα (σε άλλη εποχή θα χαρακτηρίζονταν ως μεταρρυθμιστής ηγέτης), αλλά γιατί σήμερα η Ελλάδα έχει άλλες ανάγκες στις οποίες η κυβέρνηση δεν δίνει απαντήσεις.
Το ζητούμενο για τη χώρα είναι η αποκατάσταση της χρηματοδοτικής της ανεξαρτησίας και η διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.
Μόνο μια χώρα χρηματοδοτικά ανεξάρτητη, με βιώσιμο προϋπολογισμό και με ουσιαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης μπορεί και κοινωνικό κράτος να χρηματοδοτεί και χαμηλότερους φόρους να επιβάλει. Διαφορετικά η Ελλάδα θα είναι μια αποικία χρέους, ένας προβληματικός παίκτης σε ένα διεθνές περιβάλλον που διψά για σταθερότητα. Η Βραζιλία μπορεί να μοιάζει ένα θελκτικό υπόδειγμα για την κυβέρνηση, αλλά η Βραζιλία δεν πτώχευσε, ούτε αποκλείστηκε από τις αγορές.
Δυστυχώς ο πολιτικός διάλογος στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην αγγίζει την ουσία των προβλημάτων. Περισσεύει ο δογματισμός, η κακοπιστία, η εμμονή σε ιδεολογικά σχήματα και απουσιάζει κάθε προσπάθεια οικοδόμησης συναινέσεων.
Αυτόματα βαπτίζεται «μνημονιακός» και «παπαγαλάκι» των δανειστών όποιος λέει ότι είναι παράλογο τα ξενοδοχεία των νησιών να έχουν χαμηλότερο ΦΠΑ από τα ξενοδοχεία της Χαλκιδικής και «αντιμνημονιακός», άρα «πατριώτης», όποιος με νομοθετική διάταξη παρέχει νέο δανεισμό στην Ελληνική Βιομηχανική Ζάχαρης, την ώρα που άλλες βιομηχανίες μεταφέρουν εκτός Ελλάδας την φορολογική τους έδρα για να μπορούν να εκδίδουν έστω και μια απλή εγγυητική επιστολή.














