
Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος / gkessopoulos@gmail.com
Η ιστορία με το έργο “Ισορροπία του Nash” που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο με κείμενα παρμένα από τη δίκη της 17 Νοέμβρη και από βιβλίο του Σάββα Ξηρού, τροφοδοτεί ξανά μια συζήτηση για τα όρια της τέχνης, για το “δικαίωμα” ενός κρατικού θιάσου (που χρηματοδοτείται από αυτό) να ανεβάζει έργο βασισμένο σε “κείμενα ενός τρομοκράτη” κ.ά.
Όπως είναι γνωστό, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Στ. Λιβαθινός αποφάσισε να κατεβάσει το συγκεκριμένο έργο, αν και απέμεναν λίγες παραστάσεις για να κατεβεί ούτως ή άλλως, μετά το σάλο που προκλήθηκε από πολίτες και συγγενείς θυμάτων της τρομοκρατίας, και ενώ προηγήθηκε παρέμβαση της αμερικανικής πρεσβείας.
Μεταξύ επιχειρημάτων, ακούστηκε ότι και το ΚΘΒΕ ανέβασε κείμενα του Χίτλερ, αλλά δεν άνοιξε μύτη. Πράγματι, το 1983, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβασε το έργο “Μπρεχτ – Χίτλερ” μια σύνθεση του Μάριου Πλωρίτη σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου (έπαιζαν μεταξύ άλλων η Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη, ο Τάσος Παλαντζίδης, ο Νίκος Κολοβός, ο Νίκος Βρεττός, η Μόνα Κιτσοπούλου, ο Πέρης Μιχαηλίδης, η Δήμητρα Χατούπη). Σύμφωνα με το αρχείο του ΚΘΒΕ, “Το έργο είναι μια πρωτότυπη σύνθεση του Μάριου Πλωρίτη, ο οποίος επιχειρεί ένα συνδυασμό ντοκουμέντου, επικού θεάτρου και αυτοβιογραφίας, χρησιμοποιώντας κείμενα παρμένα από το γνωστό βιβλίο του Χίτλερ ‘Ο Αγών μου’, ιστορικό υλικό από την άνοδο και πτώση του Ναζισμού, καθώς και ποιήματα, τραγούδια και αποσπάσματα έργων του Μπέρτολτ Μπρέχτ. Μέσα απ’ αυτά προβαίνει ο δραματικός Λόγος και Αντίλογος και ο θεατής καλείται να κρίνει ποιός είναι ο ‘Δίκαιος’ και ποιός ο ‘Άδικος Λόγος’. Τη θεατροποίηση αυτής της διαμάχης επωμίζονται μίμοι-τραγουδιστές, που παρασταίνουν ιστορικά ή φανταστικά πρόσωπα και συνδέουν, σχολιάζουν, σατιρίζουν τα λεγόμενα και τα δρώμενα. Οι στίχοι τους είναι σκόπιμα απλοϊκοί, ενώ συχνά χρησιμοποιούν ρίμες και φραστικά σχήματα της Επιθεώρησης και του Βαριετέ. Το έργο από τη μια μεριά καταδεικνύει τους πολιτικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που έδωσαν στο Χίτλερ τη δυνατότητα να επιβάλλει την αποτρόπαιη τυραννία του και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην πιο απαίσια αλληλοσφαγή και από την άλλη προσπαθεί να γίνει ένα σατιρικά ψυχαγωγικό θέατρο, που ο ίδιος ο Μπρέχτ το θεωρούσε την ‘ευγενικότερη λειτουργία του θεάτρου'”.
Πολύ θα ήθελα να δω την παράσταση για να έχω εικόνα, αλλά δυστυχώς η απόσταση από την Αθήνα είναι πολύ μεγάλη για μένα εδώ στη Θεσσαλονίκη. Θα ήμουν από εκείνους που “δεν θα τα έσπαγαν” εάν διαφωνούσαν, και με ένα τέτοιο πνεύμα συγκρίνοντας τις δύο περιπτώσεις, εκτιμώ ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες της εποχής, πολύ διαφορετικές από το σήμερα που ο νεοναζισμός ξεπροβάλλει από παντού. Ότι ο Χίτλερ ήταν ιστορικό πρόσωπο, ενώ ο Ξηρός ζει και συμβολίζει πολλά για κάποιους, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι δεν έχει πια καμία ανάμιξη στα παρασκήνια της εγχώριας τρομοκρατίας. Οι συνέπειες των πράξεών του είχαν αμβλυνθεί στη μνήμη των θυμάτων, αντίθετα με τον Ξηρό όπου η μνήμες είναι νωπές. Επίσης, πολύ μεγάλο ρόλο παίζει ότι ούτε ο συγγραφέας ούτε το κράτος – χρηματοδότης θεωρούσαν πολιτική πράξη τα ναζιστικά εγκλήματα, σε αντίθεση με το σήμερα όπου τα πράγματα είναι θολά όσον αφορά στο Σάββα Ξηρό και το ρόλο της 17Ν.
Όλα αυτά είναι πολύ βασικές παράμετροι όταν επιχειρείς να παρέμβεις ακόμη και μέσα από την τέχνη σε δύσκολα κοινωνικά και πολιτικά θέματα και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Πόσο μάλλον εάν πιθανολογούνται και πολιτικές σκοπιμότητες πίσω από ένα τέτοιο ανέβασμα. Οι δύο περιπτώσεις δεν συγκρίνονται.
Υ.Γ. Δεν είμαι ιστορικός ή θεωρητικός της τέχνης. Είμαι απλώς το κοινό αίσθημα, ο κοινός νους, το κοινό, έστω, της παράστασης.















