
“Με λένε Τάκη και σ ακούω κάθε πρωί πηγαίνοντας στη σχολή…όταν έρθω στις γιορτές θα περάσω να σε γνωρίσω από κοντά. Είσαι η παρέα μου” Και τον γνώρισα τον Τάκη. Μου μίλησε για τη ζωή του στη Μυτιλήνη για τη σχολή του στο Πανεπιστήμο Αιγαίου. Για τις παρέες του για τα όνειρα του για το σύμπαν του. Κι αφού τα είπαμε αυτά, πιάσαμε τ’ άλλα τα κρυφοδιπλωμένα και τα αξημέρωτα.Για κείνη τη στιγμή που από φοιτητάκος μεταμορφώθηκε σε εθελοντή διασώστη. Και τότε άρχισε να μιλάει να μιλάει και να μη με κοιτάει πια. Μου πε για την άγρια θάλασσα για τις βάρκες που ξέβραζαν μωρά παιδιά γυναίκες με το βλέμμα άδειο για φωνές που που ψάχναν απεγνωσμένα τους δικούς τους φτάνοντας στη στεριά. Το βλέμμα του γινόταν γυάλινο και άναβε τσιγάρο.Κι εγώ δεν μιλούσα πια. Τον άφηνα να τα ξεφορτώσει μόνος του από πάνω του. “Δεν φαντάζεσαι τι είδαν τα μάτια μου Μαρία τους τελευταίους μήνες. Μεγάλωσα απότομα” “Ξέρεις πως είναι να παίρνεις έγκυο γυναίκα αγκαλιά και να σου φιλάει τα χέρια;” Όχι δεν ξέρω! Δεν μπορώ να ξέρω δεν μπορώ να φανταστώ αυτό που έζησε ο Τάκης. Για τα κορμιά που τρέμανε στα χέρια του για τα βλέμματα ευγνωμωσύνης που καρφώθηκαν στα στήθη του για τους άντρες και τις γυναίκες που στα πρόσωπά τους έβλεπε τους γονείς του. Όχι δεν μπορώ να φανταστώ αυτό που έζησε ο Τάκης και ο κάθε Τάκης που το πλήρωμα του χρόνου και της ανθρώπινης αλληλεγγύης τον έκανε εθελοντή στη Μυτιλήνη στη Χίο στην Ειδομένη….όπου! Αυτό όμως που ξέρω είναι πως γνώρισα έναν Ήρωα. Κι αν κάτι καλό άφησε ο χρόνος που πέρασε είναι αυτοί οι άνθρωποι αυτοί οι ήρωες εθελοντές.Πάντοτε θαύμαζα τους έξυπνους ανθρώπους. Τώρα θαυμάζω τους καλούς…














