
ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΑΝΕΙΚΑ Γράφει η Άντζελα Ζιούτη / συγγραφέας / angelaziouti@yahoo.gr
Όταν παντρεύτηκε η Φρόσω και ο Μιχάλης σε εκείνο το μακρόστενο εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου του χωριού οι καλεσμένοι τους εύχονταν διά χειραψίας “Βίον ανθόσπαρτον”. Στο “Χορό του Ησαία” τους ρίξανε όλα τα σακουλάκια ρύζι καρολίνα του σούπερ μάρκετ για να… ριζώσουνε. Και πράγματι ριζώσανε. Αφού είναι είκοσι ολόκληρα και βάλε χρόνια μαζί. Ωστόσο δεν είναι βέβαιο ότι ο βίος τους είναι και… ανθόσπαρτος.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πρώτα ήρθαν τα διδυμάκια. Ο Τάκης και ο Βασίλης. Μοιάζανε σα δύο σταγόνες νερό και στο μαιευτήριο οι νοσοκόμες μπερδεύονταν. Δεν ήξεραν ποιον τάισαν και ποιον όχι. Μεγάλη χαρά στο σπιτικό. Είχε γεμίσει παιδικές φωνές, κλάμματα και γέλια. Παντού πεταμένα παιχνίδια στο πάτωμα, ηλεκτρικό τρενάκι και λέγκο. Τα δίδυμα φτιάχνανε τοιχάκια που τα γκρεμίζανε μεμιάς σε το δεξί τους χεράκι. Αφού αυτά ξεπετάχτηκαν ήρθε και η κόρη. Πάλι χαρές, καροτσάκια, σαλιάρες και φρουτόκρεμες. “Πάμε άτα” της έλεγε η Φρόσω και η νεοφώτιστη Κατερίνα κοίταγε την πόρτα. Τρίτεκνη οικογένεια λοιπόν.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Μιχάλης ξυπνάει κάθε μέρα στις πεντέμιση το πρωί. Πίνει έναν καφέ διπλό και τσουπ καβαλάει το φορτηγό. Η Φρόσω πάλι οδηγάει μέσα στο σκοτάδι ακόμη, για να φτάσει εγκαίρως στη δουλειά της. Κιλκίς – Θεσσαλονίκη και τούμπαλιν. Από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή βλέπει πως χαράζει. Το λυκόφως να το υποδέχεται ο ήλιος. Βάζει τα σκούρα γυαλιά της και πατάει γκάζι. Νυστάζει.
Χθες έβαλε πάλι τρία πλυντήρια. Και ακόμη δεν ήρθαν τα δίδυμα να φέρουν τα άπλυτα. Φοιτητές πλέον και οι δύο. Ο ένας στις Σέρρες, ο άλλος στη Θεσσαλονίκη. Νοίκια ο ένας, νοίκια κι ο άλλος. Ρεύμα τηλέφωνο. Υπερωρίες στη δουλειά η Φρόσω. Ένας μισθός δε φτάνει. Άσε που τώρα με την κρίση ο Μιχάλης ψάχνει πάλι για μεροκάματο. Η εταιρεία που εργάζονταν ως οδηγός έκλεισε κι αυτή. Κοιτάει στις μικρές αγγελίες αλλά … τίποτε. “Είσαι μεγάλος” του είπε ένας εργοδότης που του έστειλε το βιογραφικό του. Για καλή του τύχη βρήκε επιτέλους μέσω ενός παλιού του συνάδελφου και πάλι δουλειά. Αλλά τα ρημάδια δε φτάνουνε.
Ευτυχώς και η Φρόσω εργάζεται. Σκληρά. Τελευταία έχει πιαστεί και η μέση της . Φροντίζει μαζί με τα κουνιάδια της τον κατάκοιτο πεθερό της, μαγειρεύει για τον “νταιφά”, φτιάχνει μπακλαβά που αρέσει στον Βασίλη, σιδερώνει τα πουκάμισα, κολαρίζει τους γιακάδες, σκαλίζει τον κήπο, παίρνει την Κατερινούλα από το φροντιστήριο, ξεσκονίζει το σκρίνιο, απλώνει τα ρούχα. Έχει τις πρώτες μυοσκελετικές ενοχλήσεις. “Υπερκόπωση” της είπε ο ορθοπεδικός. Δε βαριέσαι.
Έλα όμως που “Ο Ταχυδρόμος χτυπάει πάντα τρεις φορές” και η πεθερά της την περασμένη Κυριακή χτύπησε στο προαύλιο της εκκλησίας, σπάζοντας τη σπονδυλική της στήλη. ”Θα πρέπει να είναι σε ακινησία” είπαν οι γιατροί. Και η Φρόσω σε … κίνηση. Να της μαγειρέψει σούπα φιδέ, να της αλλάξει τα σεντόνια, να κάνει απόψυξη το ψυγείο, να βάλει τις κουρτίνες να μουλιάσουν, να γυαλίσει τις κατσαρόλες φίσερ, να κάνει μπάνιο το Κανίς. Γυρίζει σα τη σβούρα να μη λείψει τίποτε από κανέναν και από τους άντρες της ζωής της που θέλει να τους έχει … “Πασάδες στα Γιάννενα”.
Κι ώρες ώρες της έρχεται όμως να βουτήξει ως άλλη κυρά Φροσύνη στα παγωμένα νερά της λίμνης.














