CINEΚΡΙΤΙΚΗ / «Οικογένεια Μίλερ»: αμερικανιά ακατάλληλη για ανηλίκους

0
711

were_the_millers_Γράφει ο Σωτήρης Χαβαλές / chavales@jour.auth.gr

«We’re the Millers» βροντοφωνάζει ο τίτλος συστήνοντας μας σε μια όχι και τόσο συνηθισμένη οικογένεια. Λοιπόν, «περί τίνος πρόκειται», θα αναρωτιέστε. Ένα στοιχείo σας φτάνει για να καταλάβετε: Jennifer Anniston. Μην μπείτε καν στον κόπο να αμφιβάλλετε για την ταυτότητα της ταινίας, είναι αμερικανιά και το χαίρεται! Ας μην προδικάσουμε, όμως, τόσο νωρίς μια ταινία που μέχρι στιγμής έχει στείλει τουλάχιστον 82 χιλιάδες θεατές στις ελληνικές αίθουσες. Η αλήθεια είναι, λοιπόν, πως δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε εύπεπτες αμερικανικές κωμωδίες συνοδευμένες από τον χαρακτηρισμό «ακατάλληλο για ανήλικους». Εδώ ακριβώς βρίσκεται η κομβική διαφορά της προκείμενης παράγωγης που προσπαθεί να πει κάτι αλλά κάπου σκαλώνει.

Στην ταινία ακολουθούμε τον David (Jason Sudeikis) έναν έμπορο ναρκωτικών που υποχρεώνεται να μετακινήσει μια τεραστία ποσότητα μαριχουάνας από το Μέξικο στις Η.Π.Α με μόνη βοήθεια ένα τροχόσπιτο. Αποφασίζει, λοιπόν, να βρει ένα καμουφλάζ ώστε να μην κινήσει υποψίες, το οποίο του παρέχουν μια στριπτιζέζ (Jennifer Anniston), ένας παρθένος (Will Poulter) και μια έφηβη δραπέτισσα (Emma Roberts) που παριστάνουν την οικογένεια του. Με αυτό τον τρόπο, τέσσερις άγνωστοι ξεκινούν ένα υποτιθέμενα αθώο οικογενειακό ταξίδι κατά το οποίο θα συναντήσουν (δυστυχώς για αυτούς, ευτυχώς για τους γελωτοποιούς αδένες των θεατών) αρκετά εμπόδια τραγελαφικού χαρακτήρα.

Ένα από τα πράγματα που οφείλει να αναγνωρίσει κάνεις στην ταινία είναι η τόλμη να πάει κόντρα στην πουριτανή κοινωνία της Αμερικής που έχει άλλους είδους πρότυπα για την αμερικανική οικογένεια τα όποια όχι μονό δεν προβάλλονται στην ταινία αλλά ισοπεδώνονται και σατιρίζονται. Οι διάλογοι είναι ευφυείς (γεγονός που ενισχύεται από το ακατάλληλο της ταινίας) και καταφέρνουν να αποδώσουν αξία στον χαρακτηρισμό ‘κωμωδία’. Επομένως, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα σταματάτε να γελάτε ακόμη και αν μετά νιώθετε ένοχες  για τα χαχανίσματα μια και οι αστεϊσμοί αν και πρωτότυποι είναι γελοίοι.

Όσον αφορά την κριτική που έχει δεχθεί η ταινία, μπορούμε να πούμε πως δεν έχει καταφέρει να ενθουσιάσει αλλά κατόρθωσε να επιβιώσει χωρίς πολλές απώλειες. Ο Richard Roeper της Chicago Sun-Times αναφέρει σχετικά πως «πρόκειται για μια επιθετικά αστεία κωμωδία που παίρνει πολλά ρίσκα» και εμείς δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε παρατηρώντας μοναχά πως πολλά από τα στοιχήματα που έβαλε δεν τα κέρδισε. Για να πάρετε μια γεύση από τις βαθμολογίες που συγκέντρωσε, το Metacritic την αξιολόγησε με 44/100 ενώ η New York Times με 50/100 και η The Guardian με 60/100. Ωστόσο, το κοινό που παρακολούθησε την ταινία παγκοσμίως χάρισε στους συντελεστές της 152 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που υπερβαίνει κατά 4 περίπου φόρες το συνολικό κόστος παράγωγης. Αυτός που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και κατόρθωσε να ξεχωρίσει με την ερμηνεία του είναι ο νεαρός Will Poulter που ίσως να τον θυμάστε από τον ρολό του στην τελευταία ταινία των χρονικών της Ναρνια, «Ο ταξιδιώτης της αυγής».

Συνοψίζοντας και χωρίς πολύ ξεψάχνισμα, η ταινία του Rawson Marshall Thurber θα σας χαρίσει απλόχερα 2 περίπου ώρες γέλιου και απόδρασης από τις έγνοιες και τις αγωνίες σας. Καλή προβολή!

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

http://werethemillers.warnerbros.com/#home

ΔΕΙΤΕ ΤΟ TRAILER ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

[youtuber youtube=’http://www.youtube.com/watch?v=JBrSpiLu5UM’]

Προηγούμενο άρθροΑν έχεις μόρια… διάβαινε και ριζικό προχώρα
Επόμενο άρθρο“Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;”
Εδώ Σωτήρης Χαβαλές, σπουδαστής στο τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας στο Αριστοτέλειο, από τα Σέρρας. Γέννημα θρέμμα χωριού και αδηφάγων στερεοτύπων, προσπάθησα αρκετά να ξεφύγω από τα γαμψά νύχια της κλειστής κοινωνίας του χωριού ώσπου τελικά βρέθηκα στην κοιλιά του τέρατος που λέγεται πόλη. Πασχίζοντας να διατηρήσω όσα περισσότερα κομμάτια του εαυτού μου μπορούσα μέσα στην ασφυκτικά κομφορμιστική κοινωνία που αντίκρισα, θυμίζω πυκνά συχνά στον εαυτό μου (μερικές φορές παραμιλώντας, άλλες απαγγέλλοντας στον καθρέφτη) τα πράγματα που μου αρέσουν. Η λίστα ξεκινά καθυστερημένα αλλά πάντοτε με το ίδιο πράγμα στην κορυφή: ταξίδια. Και δεν μιλώ για ταξίδια που βλέπει το μάτι παρά μονό η ψυχή, εκείνα τα νοερά που δεν συγκρίνονται ούτε με όλη την σοκολάτα του κόσμου. Βιβλία, μουσικές, θέατρα αλλά κυρίως σινεμά! Πάντα με την ίδια ιεροτελεστία, σαν να είναι εξομολόγηση, στην μεγάλη αίθουσα με τα φώτα κλειστά και το μυαλό ορθάνοιχτο, μην ξεφύγει καμιά εικόνα, μην ξεμείνει από αισθήσεις. Και για το τέλος, ο αντικατοπτρισμός μου στη μεγάλη οθόνη…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.