Πόσο εύκολο είναι να αποφύγεις τα “κλισέ” όταν γράφεις; Πόσο επιβεβλημένο να τα ακολουθήσεις; Πόσο δύσκολο να τα αναγνωρίζεις ως τέτοια; Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι είναι το κλισέ; Συντομογραφώντας ας πούμε ότι είναι η κοινοτοπία. Φλυαρώντας ας τα βαφτίσουμε: τυποποιημένες, πολυχρησιμοποιημένες, τετριμμένες εκφράσεις, στερεοτυπικές αναπαραστάσεις ηρώων, τόπων, πλαισίου, στυλ. Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι βασικό. Ένα πρότυπο.
Πώς φτιάχνεται το κλισέ; Από την υπερ-χρήση του προφανώς. Από την κατασκευή μιας τυπολογίας που προϋποθέτει την εκτεταμένη χρήση. Και συνεπάγεται τη δημιουργία μιας στερεοτυπικής εικόνας. Όπως για παράδειγμα οι ήρωες στα hardboiled μυθιστορήματα. Ο hard boiled: ο καλά…βρασμένος, ο παρα-βρασμένος. Ο μπαρουτοκαπνισμένος στο καμίνι της “πιάτσας”. Σκληρός, λιγάκι αυτάρεσκος έως και επικίνδυνος. Ένας ιδιωτικός ερευνητής που όμως αμφισβητεί την δημόσια σφαίρα και βέβαια την θεσμοθετημένη εξουσία. Κλισέ; Μετά από δεκάδες βιβλία τοποθετημένα στο ίδιο σκηνικό, έγινε.
Οι αναγνώστες δηλώνουν ότι δεν αγαπούν τα κλισέ. Δεν θέλουν δηλαδή το “γνώριμο”, αυτό που έχουν πολλάκις δει, διαβάσει, μάθει να αναγνωρίζουν ως τέτοιο. Είναι η μανιώδης απαίτηση για ανατροπή; Είναι η αίσθηση ότι το γνώριμο τους στερεί την έκπληξη; Είναι ότι το προσάπτουν ως “ευκολία” στον συγγραφέα; Είναι όλα αυτά; Ό,τι κι αν είναι, στερεί από το κλισέ τον ευεργετικό ρόλο του, γιατί υπάρχει και τέτοιος. Και δεν είναι άλλος από την ασφάλεια, την οικειότητα του γνώριμου. Εξάλλου δεν μπορείς να θεωρήσεις τετριμμένο κάτι που δεν γνωρίζεις, που δεν γνωρίζεις καλά.
Το κλισέ, όμως, είναι και ένα δομικό στοιχείο που δημιουργεί το “solid”, το στέρεο, το στιβαρό του σκηνικού ή μιας σκηνής. Χρειάζεται και αυτό. Δεν μπορεί όλα να κινούνται σε μια αιώρα αμφισημίας, απροσδιόριστου και υπαινικτικού. Κάτι θα πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια. Ακόμη και αν αυτό αποτελεί ένα δευτερεύον στοιχείο όπως για παράδειγμα η εξάρτηση του αστυνομικού – ερευνητή από τον καφέ. Να, ένα κλισέ. Από τα αγαπημένα μου, γιατί κι εγώ είμαι καφεϊνομανής και δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να κάνει έρευνα χωρίς καφέ δίπλα μου.
Υπάρχει στο κλισέ και μια ιεροτελεστία, ένα τελετουργικό ανάγλυφο που λειτουργεί σχεδόν αταβιστικά. Σου βγαίνει, δηλαδή, χωρίς να το έχεις προγραμματίσει. Ασύνειδα. Και μπορεί να είναι κάτι μικρό. Ο καφές και το τσιγάρο, ο αλκοολισμός, ο “κόμπος στο λαιμό’, τα “μάτια που πετάγονται από τις κόγχες τους”… Όμως ποιός μπορεί να φανταστεί αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς αυτά; Είναι οι φράσεις – κλειδιά. Αυτές που λατρεύουμε να μισούμε. Γιατί; Γιατί – χα – να που ο συγγραφέας έχασε την έμπνευσή του και έπεσε στην παγίδα του αναμενόμενου; Όχι ακριβώς. Ή ίσως.. ακριβώς έτσι. Όμως όχι από απουσία έμπνευσης, ή από αδυναμία να βρει κάτι άλλο να πει, γράψει, περιγράψει. Αλλά γιατί είναι φράσεις τόσο γνωστές, τόσο αναμενόμενες που τελικά οι λέξεις δεν είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι η εικόνα που με έναν απίστευτο αυτοματισμό δημιουργούν. Και υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις σε ενδιαφέρουν λιγότερο και περισσότερο θέλεις να φτιάξεις, γρήγορα και άμεσα, μια εικόνα. Μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα. Ε, είναι η ώρα του κλισέ. Αυτό άλλωστε δεν συμβαίνει και με τον δημοσιογραφικό λόγο και τις δικές του φράσεις – κλισέ; Τις ξέρουμε όλοι. “Πύρινη λαίλαπα”, “γυναίκα – αράχνη”, “Πα-τέρας”, “βιβλική καταστροφή”, “στον χορό των ρίχτερ”…Αυτά τα ρεπορτάζ δεν επιλέγουμε να διαβάσουμε πρώτα; Για σκεφτείτε γιατί…
Στο τέλος, τα κλισέ είναι η ασφάλεια. Είναι η περόνη πριν την βγάλουμε. Είναι η νηνεμία πριν την καταστροφή. Δεν είναι ήττα, δεν είναι ευκολία. Είναι το γνώριμο, το οικείο, αυτό που σε βάζει αυτόματα σε μια σκηνή, το μη “ερωτηματικό”. Είναι η κατάφαση σε ένα είδος, το αστυνομικό, που είναι γεμάτο από ανατροπές, αρνήσεις, μπρος- πίσω….Είναι η γη του “υπάρχει και κάτι γνώριμο” μέσα στο γενικότερο χάος. Αγαπήστε τα. Τα κλισέ!














