Στην αυλή του σπιτιού μου είχα ένα φυτό εσωτερικού χώρου, που μου είχαν κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα πριν από οχτώ ή εννέα Χριστούγεννα. Περάσαμε πολλά μαζί αυτό το φυτό και εγώ. Ήταν λίγο μετά που το τυχερό αυτό φυτό μπήκε στη ζωή μου που τα έφτιαξα με τον παιδικό μου έρωτα, λίγο μετά που αγόρασα το αυτοκίνητο των ονείρων μου, που έβγαλα το πρώτο μου εκατομμύριο. Η μία επιτυχία διαδέχονταν την άλλη και το τυχερό μου φυτό, η ανεξάντλητη πηγή τύχης και πλούτου για μένα, ήταν εκεί, και πάντα εκεί, στη δεξιά γωνία της αυλής να με παρατηρεί ανέκφραστο. Κανείς μα κανείς δεν ήξερε το μυστικό μας, εγώ φρόντιζα το τυχερό φυτό μου και αυτό φρόντιζε εμένα.
Όσο πέρναγε ο καιρός το τυχερό φυτό θέριευε, μεγάλωνε κι αυτό μαζί με μένα. Και ένα πρωινό σαν όλα τ’ άλλα το είδα, ένα πρωινό το συνειδητοποίησα. Ένα άνοιγμα σε σχήμα ανθρωπίνου σώματος είχε σχηματιστεί από τα φύλλα και τα κλαδιά του τυχερού φυτού. Δεν παραξενεύτηκα, δεν κάθισα να το σκεφτώ. Έβαλα το σώμα μου μέσα στο άνοιγμα και διαπίστωσα αυτό που κατά βάθος ήδη γνώριζα: ήταν ένα άνοιγμα ακριβώς στα μέτρα μου. Το τυχερό μου φυτό γενναιόδωρο όπως πάντα με δέχτηκε και άρχισε να κλείνει τα κλαδιά, τα φύλλα του, τις ρίζες του γύρω από τους καρπούς, τους αγκώνες μου, τα πόδια μου, γύρω απ’ όλο μου το σώμα. Είχα γίνει τώρα ένα με το τυχερό φυτό μου. Δε διαμαρτυρήθηκα, δεν προέβαλλα καμία αντίσταση. Αντίθετα, πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωθα τόσο συνεπαρμένος, τόσο ζωντανός. Μετά από λίγο ένοιωθα τους χυμούς του να κυλούνε μέσα στο σώμα μου, τη θερμοκρασία του να γίνεται ένα με τη δική μου…
Οι δικοί μου με αναζήτησαν για αρκετό καιρό, κάποια στιγμή όμως παραιτήθηκαν. Τους έμεινε μόνο το τυχερό αυτό φυτό, που ήξεραν πόση αδυναμία του είχα, να το φροντίζουν και να το περιποιούνται. Τους θύμιζε τόσο πολύ εμένα…
Βρίσκομαι μέσα στο τυχερό φυτό μου, μια ηλιόλουστη μέρα της άνοιξης. Ό,τι έχει απομείνει από μένα είναι η σπονδυλική μου στήλη, στο κέντρο ακριβώς του κορμού του τυχερού φυτού, και τα μάτια μου, καλά κρυμμένα μέσα σε δύο άνθη. Από κει παρατηρώ αμέριμνος τον κόσμο που περνάει βιαστικός, τη γειτόνισσα που απλώνει τη μπουγάδα της απέναντι, τα πουλιά που πετούν ελεύθερα στον ουρανό. Κάποια μάλιστα από αυτά έρχονται μερικές φορές και κάθονται πάνω στα κλαδιά μας, πάνω στα κλαδιά μ ο υ και κελαϊδούνε το καλύτερο τους κελαΐδισμα.
Τώρα νοιώθω πως είναι να νοιώθεις ένα με τη γη, να απολαμβάνεις πραγματικά τον ήλιο, να ζεις από αυτόν, πως είναι να γίνεσαι ένα με τη φύση.
Και αυτή είναι η μεγαλύτερη τύχη μου απ’ όλες.















