Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου/ elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.com
Τόπος: Θα τα μάθετε όλα αναλυτικά στις πρώτες γραμμές
Χρόνος: Απόγευμα μιας ηλιόλουστης Κυριακής, μετά από απανωτά σκωτσέζικα ντους
Σκοπός: Είχα ακούσει ότι είναι καλό παιδί και μ’ αρέσει να επιβεβαιώνω τα καλά
Καθίσαμε αναπαυτικά στον μαύρο καναπέ. Στο φουαγιέ του Αριστοτέλειον πηγαινόερχονταν διάφοροι. Δεν μας πείραξε ιδιαίτερα ο θόρυβος. Εγώ είχα μπει στην διάσταση του πίνακα, που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου περιγράφοντας ένα στιγμιότυπο από το «Κάλλιο αργά, παρά ποτέ» με τον Jack Nicholson και την Diane Keaton. Εκείνος είχε μπει στην δική μου διάσταση, γιατί εκτός από ταλαντούχος, ευχάριστος και δημοφιλής είναι και απέραντα ευγενικός. Κι αν οι περισσότεροι συνάδελφοι συναντούν τους ηθοποιούς –δικαίως- στις πρεμιέρες, εγώ συνάντησα τον Θανάση Τσαλταμπάση μισή ώρα πριν την τελευταία του παράσταση «Η γιαγιά». Η Θεσσαλονίκη είναι η πατρίδα του, αλλά δεν πιστεύει ότι αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που οι Θεσσαλονικείς τον αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε φορά που έρχεται. «Ο κόσμος φέρεται στους κωμικούς εγκάρδια» μου λέει και μου μεταφέρει την υπεροχή ενός γεμάτου θεάτρου, αλλά και την αρνητική επιρροή που του ασκεί ένα άδειο θέατρο. Για καλή του τύχη οι παραστάσεις και δουλειές που έχει κάνει έχουν και καλλιτεχνικό και εμπορικό χαρακτήρα. Ο ίδιος όμως δεν στέκεται στο κομμάτι της τύχης περισσότερο από όσο πρέπει: «Δεν πιστεύω τρελά στην τύχη. Κι εγώ πήγα εκεί που ήθελα και οι άνθρωποι με δέχτηκαν. Κάθε άνθρωπος άλλωστε στην πορεία του παίρνει αυτό που του αξίζει». Τα τελευταία επτά χρόνια που κυνηγάει το όνειρο του ηθοποιού, δίνει πολλά στη δουλειά του. Κι αν οι ευκαιρίες είναι πια λιγοστές στον χώρο του, η φρεσκάδα και η εμπειρία δεν αφήνουν ασυγκίνητους τους σύγχρονους δημιουργούς. Μπέζος, Φιλιππίδης και Κυριακίδης τον έχουν συμπεριλάβει στις πρώτες γραμμές του καρνέ συνεργασιών τους κι εκείνος αφήνει απλά να εννοηθεί πως αγαπά αυτό που κάνει με κάθε τρόπο. «Σέβομαι το κάθε μέσο, δεν το κάνω για τα λεφτά και τη φήμη. Το ψάχνω και με ψάχνει».
Ψάχνοντας ψύλλους στα άχυρα… βρήκα έναν στον κόρφο του
Αστείος, με το χαμόγελο καρφωμένο στα μάτια και ειλικρινής… με βοήθησε να βηματίσω πιο μέσα. «Δεν είμαι αγνός θεατής, δεν μπορώ να απολαύσω μια παράσταση όπως παλιά. Σκέφτομαι τα επιμέρους. Τί υπάρχει πίσω από την κουίντα. Είμαι καταδικασμένος να το ζω αυτό. Το από κάτω το χάνω, κερδίζω όμως την μαγεία του από πάνω». Εγώ, ως φανατική του από κάτω εξομολογήθηκα στον Θανάση Τσαλταμπάση πως στις δραματικές του σκηνές συγκινούμαι περισσότερο απ’ ότι σε αντίστοιχες δραματικών ηθοποιών. «Πιστεύω ότι οι κωμικοί ηθοποιοί έχουν μια ικανότητα να αντιλαμβάνονται το δράμα. Και είναι και διπλή δουλειά, γιατί από την διακωμώδηση το γυρίζεις τούμπα στο δράμα». Ο τελευταίος του ρόλος στην «Γιαγιά» τον φόρτισε και τον συγκίνησε πολύ. Το ίδιο του συνέβη και στο «Μήλο» με την Ναταλία Δραγούμη. Ήταν εκείνο το μπαμ της πόρτας του χωρισμού που του έφερνε μνήμες, η αίσθηση της απώλειας, ο φόβος της μοναξιάς. Καμιά φορά οι προσλαμβάνουσες είναι ίδιες, ακόμη κι αν υποδύεσαι. Υποδύθηκα για λίγο τον εαυτό μου όταν πηγαίνω στο χωριό και η μάνα μου με πρήζει να τρώω και ρώτησα πως διαχειρίζεται το σόι, τα μεγάλα τραπέζια, τα δέκα φαγητά της Σαλονικιάς μαμάς, που θέλει να περιποιηθεί τον γιόκα της ερχόμενος από την πρωτεύουσα. «Ναι, όταν έρχομαι Θεσσαλονίκη πρέπει να τους δω όλους. Όσο για το φαγητό; Της ζητάω σπανακόριζο, φακές, φασολάδα, γιουβαρλάκια». Και εκείνη τάσσεται στις υπηρεσίες του αμέσως.
Η θλίψη της Αθήνας, τα όνειρα του και ο Άρης
«Με στεναχωρεί η Αθήνα. Ώρες ώρες με θλίβει τόσο πολύ λόγω της παρούσας κατάστασης. Άστεγοι και ζητιάνοι παντού. Κι έπειτα… δεν μπορώ να χάνομαι πλέον». Η παραμονή του όμως στην πρωτεύουσα είναι άρρηκτα δεμένη με τα όνειρα του. Δραματική σχολή, έντονη ζωή και μια σειρά από θυσίες. «Δεν την χαλάλισα την απόφαση μου, γι’ αυτό και καρπώθηκα». Εμ, πώς αλλιώς να ζήσεις το όνειρο, αν δεν το κυνηγήσεις; Πέρα από την ηθοποιία κυνηγά και τα αθλήματα. Περισσότερο το μπάσκετ… κι ήταν αυτό που τον έβαλε στο τρυπάκι του Άρη, χάρη στον σπουδαίο Νίκο Γκάλη. Σε mood αθλητικού τύπου προσπαθεί εδώ και ενάμισι χρόνο να κόψει το τσιγάρο. Το έχει αντικαταστήσει με ένα ηλεκτρονικό και φυσά και ξεφυσά, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς για την συγκεκριμένη Ιθάκη. Στο ευρύτερο «ταξίδι» του όμως τα όρια είναι ξεκάθαρα: «Δεν θα έκανα ποτέ κάτι που προσβάλει την αισθητική μου, για έναν ρόλο. Έχω αρνηθεί δουλειές στο θέατρο φοβούμενος το αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκτεθείς». Πάντως θα τρελαινόταν αν έπαιζε στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Εκεί πολλά πράγματα είναι καλά δοσμένα και αυτό τον ενθουσιάζει.
Η νέα του ταινία, τα γούρια του και η ποίηση
Όσο ευπροσάρμοστος είναι στους εκάστοτε ρόλους του, άλλο τόσο είναι και στις νέες προκλήσεις. Η νέα του ταινία έρχεται τον Δεκέμβριο του 2013. Εδώ δεν πρωταγωνιστεί απλά. Υπογράφει σενάριο και σκηνοθεσία και βάζει κάτω από τη μασχάλη του άλλο ένα καρπούζι, γιατί ως γνήσιος Τοξότης μπορεί εύκολα να κατασκευάσει το τέλειο μοντέλο ζωής που έχει φανταστεί και να ζήσει μέσα σε αυτό… ο κόσμος να χαλάσει. «Θα είναι κομεντί» μου τονίζει και αναρωτιέμαι μέχρι πού φτάνει το ταλέντο του. Ο Θανάσης βέβαια ισχυρίζεται πως έχει πάρει πολλά από σημαντικούς ανθρώπους που συνάντησε και τα έβαλε πλάι στα χαρίσματα του για να πετύχει η συνταγή. «Μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν ήθος. Αυτό εκτιμώ. Αυτό είναι που θα πάρω. Δεν με νοιάζει αν κάποιος είναι καλός σκηνοθέτης ή καλός ηθοποιός αν είναι ανήθικος» μου επισημαίνει. «Αγαπάω το θέατρο, δεν το κάνω για πλάκα και πιστεύω πως ο ηθοποιός πρέπει μέσα στη μέρα να ζει γιατί στις 21.00 θα παίξει» συνεχίζει και μου υπογραμμίζει πως αυτό είναι που αναζητά στις συνεργασίες του για να είναι χαρούμενος. Σε αυτή την χαρά το λιθαράκι βάζει κάθε φορά κι ένα γούρι. «Νόμιζα ότι είχα ένα γούρι, ένα δαχτυλίδι από την μαμά μου, αλλά τελικά σε κάθε παράσταση δημιουργώ κι ένα ξεχωριστό» μου λέει. Από ένα ζευγάρι παπούτσια μέχρι ένα προσωπικό αντικείμενο κι από ένα ζεστό καμαρίνι έως την φιλική ατμόσφαιρα του χωρίς κόντρες… αυτά είναι ως επί το πλείστον τα απαραίτητα για έναν ηθοποιό όπως ο Θανάσης Τσαλταμπάσης. Αααα… και η ποίηση του είναι αναγκαία, αλλά όχι με την έννοια του ρομαντισμού, με την έννοια της αρμονίας. Και ποια ήταν η απάντηση όταν ρώτησα ποιο είναι το αγαπημένο του ποίημα; «Του μικρού βοριά» από τον Οδυσσέα Ελύτη.
«Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές, γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές, γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί, γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί»
Αντίο με συμβουλή…
Είπα να βγάλουμε την σοβαρή μας πλευρά με αναφορές στο thinkfree και την ελεύθερη σκέψη και είπε… «ναι», με μια ατάκα αυθόρμητη: «Η σκέψη είναι καθαρά δική μας, τις πράξεις πρέπει να προσέχουμε».

















