Το Θέατρο του Θερμαϊκού με την Υποστήριξη του ΔηΠεΘε Βορείου Αιγαίου, ανέβασε το έργο του κ. Χατζόπουλου Γιώργου «Βγερού γλυκά φανού», στη Θεσσαλονίκη και στο Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ, στη Χίο, στα Μερκούρεια, στην Κοζάνη, την Ηγουμενίτσα, τον Βόλο, τις Σέρρες, την Βέροια και τώρα επιστρέφει στο Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ για 15 παραστάσεις (Τετάρτη με Κυριακή- πρεμιέρα Τετάρτη 4 Νοεμβρίου).
Το έργο είναι μια «συνομιλία» τριών γυναικών. Μιας σύγχρονης ελληνίδα γυναίκας, της Αγγελικής, η οποία μέσα από τη συγκλονιστική μαρτυρία της πρόγονής της, της Βγερούς, που επέζησε της Σφαγής στη Χίο το 1822 και της δουλείας της στη Σμύρνη, προσπαθεί να συναρμολογήσει την κατακερματισμένη ταυτότητα της και να επικοινωνήσει με την εικοσιπεντάχρονη κόρη της. Το έργο βασίζεται στη νουβέλα του Γιώργου Χατζόπουλου που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΙΩΡΑ τον Απρίλιο του 2015 (2η’ έκδοση τον Ιούνιο του 2015).
Οι συντελεστές της παράστασης τόσο στο ερευνητικό κομμάτι (βιβλιογραφική έρευνα, συλλογή προφορικών αφηγήσεων) όσο και στο καλλιτεχνικό (σκηνοθεσία, μουσική) εστίασαν όχι τόσο στα ιστορικά γεγονότα του 1822 ούτε στην επακόλουθη εθνοκεντρική διαχείρισή τους, ούτε στην, για πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες, υποβάθμιση και αποσιώπηση τους, όσο στο πως η μαρτυρία ή μία διαμεσολαβημένη μαρτυρία μπορεί μέσω του θεάτρου να λειτουργήσει όχι μόνο ως «μάθημα» ιστορικής ταυτότητας, αλλά και ως μέσο για να αξιολογήσει κανείς τις σημερινές αξίες που οργανώνουν την καθημερινή ζωή των σύγχρονωνευρωπαίων και καθορίζουν τη στάση τους απέναντι σε παγκοσμιοποιημένα πλέον προβλήματα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κορίνα Βασιλειάδου
Μουσική: Κώστας Βόμβολος
Επιμέλεια Κίνησης: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης
Σκηνικά – Κοστούμια & Σχεδιασμός φωτισμών: Κέλλυ Εφραιμίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Κλέα Σαμαντά
Επιστημονική συνεργάτης: Στέλλα Τσιροπινά
Παίζουν: Ελευθερία Τέτουλα, Άννα Σωτηρούδη, Μελίνα Αποστολίδου
Φωνή Ανθής: Ειρήνη Κυριακού
Το τραγούδι του τέλους ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός
Η παράσταση βρίσκεται Υπό την Αιγίδα του ΔΗΠΕΘΕ Βορείου Αιγαίου
Χιλιάδες κρανία σαπίζουν στα δάση και στα χωράφια, ανάμεσά τους των γονιών της και των αδερφών της, των συγγενών και των φίλων της, των συγχωριανών της, ανθρώπων που γνώρισε κι έζησε μαζί τους και χάθηκαν. Ωστόσο, ποτέ δεν είπε: «Καταραμένη η φυλή που έκανε τις σφαγές. Καταραμένη η γενιά που τους αφάνισε!» Όμως λέει ασυγχώρητοι όσοι βάδισαν στο μονοπάτι της παλιανθρωπιάς. Κι ας είναι Γιουρούκοι, Ζεϊμπέκοι, Αρναούτηδες, Τούρκοι ή Έλληνες, Οβραίοι ή Φράγκοι. Ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της εκδίκησης, βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Κάτω από τα δάκρυά της μίσος δε θα βρείτε.
Δεν ζητάει εκδίκηση. Μνήμη ζητάει! Μνήμη πικρή σαν πικραμύγδαλο. Να την εβάζεις κάθε πρωί στο στόμα, για να θυμάσαι πόσο γλυκιά κι όμορφη είναι η ζωή. Όχι μόνο για μας τους Χιώτες, για όλη την ανθρωπότη! Και με τούτη τη μνήμη να τη ξαναφτιάξεις από την αρχή. Αυτή είναι!» Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου
Τι ζητάει η Αγγελική;
«Πόσο θα ’θελα να ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος, να ’μασταν ξαπλωμένοι για ώρες πάνω στην άμμο, καταμεσήμερο στα Μαγεμένα, με το μελτέμι να ρυτιδώνει τη θάλασσα, να μη μιλάμε, λίγες κουβέντες, τις απαραίτητες, ώσπου η σκέψη ν’ απαλλαγεί από τη γλώσσα. Κι ύστερα, αφού ο ήλιος πυρώσει τα σώματά μας, να βουτήξουμε για να δροσιστούμε, κι από κύμα σε κύμα, κι από ρεύμα σε ρεύμα να μας παρασύρει ως εκεί που το ακρογιάλι τελειώνει, και λίγο πριν τα βράχια να βγούμε έξω στην αμμουδιά και να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Δύσκολα τα βήματα, η άμμος χοντρή και παχιά. Ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω, ο ένας πάνω στην περπατησιά του άλλου.
Κι ύστερα, αφού ρίξουμε κανένα ρούχο επάνω μας κι αγκαλιαστούμε για να ζεσταθούμε, θα κάτσουμε αντίκρυ στον ήλιο που θα ’χει πάρει πορεία για τα Ψαρά, θ’ ακούσουμε το βοριαδάκι να δυναμώνει και να μας ψιθυρίζει και πάλι τα μυστικά του, αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή. «Αιωνιότητα θα πει…» «Θάρρος να βρεις…» «Έχε το νου σου…» «Μην κάθεσαι κάτω από…» «Μην ξαναγυρίσεις στον εαυτό σου…» «Κράτα τον όρκο…» «Να
Ποια είναι η Αγγελική;
«Χρόνια μετά, λίγο πριν μπούμε στη νέα χιλιετία, λίγο πριν το τέλος του εικοστού αιώνα, εμείς που πάντα ξεχειλίζαμε από ζωντάνια, που ο θάνατος δεν ήταν παρά ένα κακόγουστο αστείο, που πάντα αφορούσε τους άλλους και ποτέ εμάς, που η απογοήτευση, ο θυμός και το μίσος ποτέ δεν μας είχαν κυριεύσει, αρχίσαμε να νιώθουμε απελπισμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι… Σιγά σιγά, όλα όσα μέχρι τότε νοηματοδοτούσαν τη ζωή μας σκόρπισαν, όπως ο άνεμος τις στάχτες μιας φωτιάς που σιγοσβήνει. Ζούσαμε σ’ έναν κόσμο που τίποτα δεν είχε σημασία κι ούτε θα ξαναποκτούσε. Ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μας, ήταν σαν κάτι που ήδη είχε συμβεί, σαν κάτι που έμοιαζε με ανάμνηση κι εμείς απλά το παρακολουθούσαμε σαν σε όνειρο, δίχως να μας αγγίζει, δίχως να μας αφορά.» Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου
θυμάσαι τη…» Κι ύστερα, αφού ο άνεμος κοπάσει και το σκοτάδι της νύχτας απλωθεί παντού, τότε θ’ ανάψουμε φωτιές με ξεραμένες καλαμιές και κούτσουρα που τα ξερνάει η θάλασσα. Και θ’ αρχινίσουμε το τραγούδι. Ένας, ένας, μια, μια… Κι όλοι μαζί… Ώσπου η φύση και πάλι να μας δεχτεί…» Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου
Το τραγούδι «ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ» τραγουδισμένο από τον Παντελή Θαλασσινό
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος ερμηνευτής αυτού του τραγουδιού, που είναι γεμάτο αναφορές σε χιώτικα θαλασσινά τοπία, από τον Χιώτη Παντελή Θαλασσινό. Γιατί τα τοπία εκτός από τη δική τους εκδοχή ιστορίας, μυθολογίας και πολιτικής, έχουν και τη δική τους φωνή.














