Γράφει ο Δημήτρης Πετρίδης / jimpetrid3@yahoo.gr
Ο Κ., αν και η γενικότερη εικόνα του παρέπεμπε σε είλωτα, αισθανόταν βασιλιάς: είχε τα πόδια του απλωμένα πάνω στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, έπινε ένα ποτήρι ουίσκι το οποίο ΔΕΝ είχε πληρώσει και ξεφύλλιζε με άκρως επιστημονικό ενδιαφέρον ένα περιοδικό, στις σελίδες του οποίου παρέλαυναν «καυτές» γυναίκες. Η πιο ντυμένη εξ αυτών- σε μια παράδοξη μίμηση πρωτόπλαστης- κρατούσε ένα φύλλο συκής. Οι υπόλοιπες κρατούσαν πεισματικά το οποιοδήποτε ένδυμα μακριά από το σώμα τους.
Αυτά αρκούσαν στον Κ. για να είναι ευτυχής. Στην καλή του διάθεση συντελούσε, φυσικά, και η απουσία του αδερφού του από το σπίτι. Απολαμβάνοντας, λοιπόν, τη μοναξιά του, έφερε το ποτήρι στο στόμα του, πλατάγισε για λίγο τα χείλη του κι εν συνεχεία ήπιε. Έπειτα άρχισε να πλησιάζει το πρόσωπό του ολοένα και πιο κοντά στο περιοδικό, μέχρις ότου τα στήθη της κοπέλας στη σελίδα 23 φάνηκαν να μεγεθύνονται.
“Κατέβασε τώρα τα πόδια σου από το τραπέζι ΜΟΥ!”, ακούστηκε η οργισμένη κραυγή του Β.
Μα πότε γύρισε αυτός;, πρόλαβε να σκεφτεί ο Κ. προτού παρατήσει το περιοδικό και κοιτάξει με πλήρη απάθεια τον αδερφό του.
“Κουφάθηκες ρε βλαμμένε;”, γαύγισε σχεδόν ο Β.
“Τι;;;”, αποκρίθηκε ειρωνικά ο Κ. φέρνοντας το χέρι του επιδεικτικά στο αυτί του και μισοκλείνοντας τα μάτια.
“Μια ζωή βλάκας. Μια ζωή βλάκας!”, μονολόγησε ο Β. και μετά έσπρωξε με δύναμη τα πόδια του Κ. από το τραπέζι.
Ο Κ., παραδόξως, δεν αντέδρασε. Η παραδοξότητα του πράγματος έγκειτο στο γεγονός ότι η συνήθης τροπή τέτοιων λεκτικών διενέξεων ανάμεσα στους δυο τους ολοκληρωνόταν στα επείγοντα του πλησιέστερου νοσοκομείου, με πολλά κόκκαλα και του μεν και του δε να έχουν πάρει το λάθος δρόμο.
Ο Β., ικανοποιημένος με τη μικρή του νίκη, μειδίασε. Ύστερα, προσηλώθηκε στην αλλόκοτη ιεροτελεστία που ακολουθούσε κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι: μέτρησε τα διάφορα αγαλματάκια που κάλυπταν όλα τα ράφια του σπιτιού, έλεγξε τη σόμπα του, τα ντουλάπια, την πόρτα του δωματίου του- τα πάντα.
Ξάφνου, στράφηκε στον Κ. “Πήγα θέατρο σήμερα”, του είπε.
“Πώς κι έτσι; Εγώ στο διάολο σε είχα στείλει. Έχασες το δρόμο σου;”, αποκρίθηκε ο Κ., πίνοντας λίγο ουίσκι ακόμα.
Ο Β. δεν έδωσε σημασία. “Είδα το «Άγρια Μοναξιά» στο θέατρο Όρα»”.
“Ώρα είναι να μας πρήξεις τώρα…”, ψέλλισε ο Κ. κι έπιασε και πάλι το περιοδικό.
“Άστο κάτω ρε! Αυτό είναι το περιοδικό ΜΟΥ κι εσύ δε δικαιούσαι να το πιάνεις χωρίς την άδειά ΜΟΥ!”, τσίριξε ο Β. “Άσε που θέλω να τεντώσεις τ’ αυτιά σου γιατί όσα έχω να σου πω μπορεί και να σε ενδιαφέρουν”.
“Και τι είμαι για να τεντώσω τ’ αυτιά μου ρε μαλάκα, κυνηγόσκυλο;”
Ο Β. είχε πάρει βάλιουμ- δεν μπορούσε να εξηγηθεί αλλιώς το νέο, προσωπικό του ρεκόρ των 2 αναπάντητων προκλήσεων. “Ξέρεις που είναι αυτό, ε; Απέναντι από το πάρκινγκ της Χ.Α.Ν.Θ., στο στενό που βρίσκεται η Αρμένικη εκκλησία. Έχει και ταμπέλα.”
“Και τι γράφει η ταμπέλα;”, ρώτησε ο Κ.
“Εισαγωγαί- εξαγωγαί ο Θανάσης… Τι να γράφει ρε μαλάκα; «Θέατρο Όρα» λέει”, απάντησε ο Β. αισθανόμενος την καρδιά του να χτυπάει στο μέτωπό του. Έπειτα από μακρά παύση, συνέχισε: “Πολύ μου άρεσε. Εντάξει, θα μου πεις, ήταν και έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα- τι περίμενα; Θέλω να πω, το «πρωτογενές» υλικό υπήρχε…»
«Άτσα!», τον διέκοψε ο Κ. “Κάνουμε και ξένες γλώσσες; Πού το έμαθες εσύ το «πρωτογενές» ρε ηλίθιε;”
“Όπου γουστάρω το έμαθα!”, εξερράγη ο Β. “Θα μ’ αφήσεις να μιλησω;”. Όταν- αντί απάντησης- εισέπραξε 15 δευτερόλεπτα σιωπής, το θεώρησε ως κατάφαση, κι έτσι συνέχισε: “Βέβαια, η κοπέλα που το μετέφρασε, η Βασιλική Τζάμου, που έπαιζε κιόλας, έκανε εξαιρετική δουλειά. Το ίδιο και ο Σπύρος Αθηναίου που ήταν ο σκηνοθέτης και υπεύθυνος για την προσαρμογή. Καλά, για τη σκηνοθεσία δε βρίσκω λόγια…”
“Στον εσώτερο εαυτό σου έψαξες;”, του είπε εν μέσω καγχασμών ο Κ.
“Θα ψάξω τώρα”, είπε απερίσπαστος ο Β. “Θα τη χαρακτήριζα «δωρική»- λιτή, εύστοχη και απέριττη. Και σκοτεινή- ναι, σκοτεινή ήταν σίγουρα. Αλλά είχε και τις ευχάριστες στιγμές της η παράσταση. Άλλωστε, μαύρη κωμωδία ήτανε… Μιλάμε για πολύ γέλιο, ε; Σε μια φάση κόντεψαν να μου φύγουν τα πατατάκια από το στόμα.”
“Καλά ρε άρχοντα των κάφρων, έτρωγες πατατάκια την ώρα της παράστασης; Αυτό ούτε εγώ δε θα το ’κανα!”, τον έψεξε ο Κ.
“Όχι εγώ ρε, οι πρωταγωνιστές τρώγανε. Ε, και μετά άρχισαν να παίζουνε μπουνιές, έπεσαν τα πατατάκια κάτω, καθόμουνα και πρώτη σειρά… Ε, πολύ ήθελε; Τα πήρα και τα έφαγα.”
Ο Κ., αν και απείχε πόρρω από το πρότυπο του παιδιού μεγαλωμένου με γαλλικά και πιάνο, κούνησε απαξιωτικά το κεφάλι του. “Τι να σου πω μωρέ; Εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα.”
“Τα πατατάκια, πάντως, μια χαρά τρωγόντουσαν”, τον πληροφόρησε ο Β. που, διεπόμενος από πυρετώδη ενθουσιασμό, δεν είχε σταματημό: “Καλά, οι 2 πρωταγωνιστές ήταν από αλλού. Ο ένας, ο Κίμωνας Κουρής που έκανε το Βαλέν, μου θύμισε το Ντάνιελ Ντέι- Λιούις στις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης». Του μοιάζει και λίγο στο πρόσωπο, εδώ που τα λέμε…”
“Που τα λες”, τον διόρθωσε ο Κ. “Εγώ δε λέω τίποτα”.
“Που τα λέω, ναι”, επανέλαβε μιμητικά ο Β. “Αλλά το παιδί ήταν εκπληκτικό: νεύρο, φωνή, εκρήξεις, ηρεμία, τέλεια άρθρωση… Αμ ο άλλος; Ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος; Ο Κόουλμαν, ντε! Άλλο ταλέντο κι αυτός: άμα δεις πώς κούρδιζε το Βαλέν, θα πάθαινες πλάκα. Κι ο τύπος έμενε ψύχραιμος, ε; Παρόλο που φημίζομαι για το πλούσιο λεξιλόγιό μου- στο απέδειξα με το «πρωτογενές», μην ξεχνιόμαστε- η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό για τον Παπαδόπουλο είναι «μπράβο»”.
“Μόνο οι δυο τους έπαιζαν;”, ρώτησε ο Κ., το ενδιαφέρον του οποίου έδειχνε να έχει κεντριστεί για τα καλά.
“Όχι, αγώνας τένις είναι για να παίζουν 2 άτομα;”
“Γιατί, δε γίνεται θέατρο με 2 άτομα; Εδώ υπάρχουν μονόλογοι, υπάρχουν…”, παρενέβη ο Κ. όμως ο Β. με μια του χειρονομία- που μεταφραζόταν ως «μη με διακόπτεις»- τον ανάγκασε να σταματήσει.
“Έπαιζε και ο Σταύρος Ευκολίδης που υποδυόταν τον, ευρισκόμενο σε θρησκευτική σύγχυση, παπά Γουέλς.”
“Καλός;”
“Πάγκαλος”.
“Θεόδωρος;”
“Πω, εσύ είσαι γεννημένος κωμικός. Αδικείσαι στο επάγγελμα του ανέργου”, έσταξε- εν μέρει δικαιολογημένα- χολή ο Β. “Τέλος πάντων, ας μη μακρηγορώ: ο παπάς Γουέλς ήταν πολύ καλός. Όπως σούπερ ήτανε και η Βασιλική Τζάμου στο ρόλο της ευχάριστης νότας- αυτόν της Γκερλίν. Ή, τώρα που το ξανασκέφτομαι, της όχι-και-τόσο-ευχάριστης…”
“Γιατί το λες αυτό;”, θέλησε να μάθει ο Κ.
“Πάνε να δεις την παράσταση και θα καταλάβεις”, είπε ξερά ο Β. “Ξέρεις τι άλλο μου έκανε τρομερή εντύπωση; Ο φωτισμός. Αν δεν κάνω κάνα τρομερό λάθος ήταν δουλειά της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και του Σπύρου Αθηναίου. Φοβερά «εύστοχος»- υποβλητικός όταν έπρεπε, έντονος όταν χρειαζόταν. Α, να μην ξεχάσω και τη μουσική επιμέλεια του Μπάμπη Παπαδόπουλου. Με δυο λέξεις: «τέλεια»”
“Αυτή είναι μία”, παρατήρησε ο Κ.
“Εντάξει”, είπε συνοφρυωμένος ο Β. “Πολύ τέλεια”.
“Μάλιστα…”, μουρμούρισε ο Κ. και μετά έβαλε το χέρι του στον ώμο του αδερφού του. “Το ξέρεις ότι είσαι παντελώς ηλίθιος; Αρχίβλακας; Αμοιβάδα με την ικανότητα να μιλάει;”
“Τι είπες ρε;!”, ούρλιαξε ο Β. και σήκωσε τις γροθιές του.
“Τι θες να πω ρε μαλάκα;”, «ισοφάρισε» τα ντεσιμπέλ του Β. ο Κ. “Κάθεσαι και μιλάς 2 ώρες για την παράσταση και δεν έχεις πει μισή κουβέντα για το στόρι. Ξέρεις κανέναν που δεν πάει για Νόμπελ Βλακείας που να το κάνει αυτό;”
O B. αισθάνθηκε δύο αντίρροπα συναισθήματα μέσα του: αυτό του τυφλού μίσους- που θα οδηγούσε στη φρενίτιδα και την ανταλλαγή μπουνιών- κι αυτό της παραδοχής του λάθους του- που θα είχε ως αποτέλεσμα μια μίνι περίληψη της παράστασης. Εν τέλει, επικράτησε το δεύτερο.
“Ε, ο Βαλέν και ο Κόουλμαν είναι δυο αδέρφια που σφάζονται μεταξύ τους, λίγο μετά τη δολοφονία του πατέρα τους. Ο παπάς και η Γκερλίν προσπαθούν να τους συμφιλιώσουν, αλλά αποτυγχάνουν οικτρά. Έτσι, το μόνο που τους μένει είναι ν’ αλληλοσκοτώνονται. Αλλά…”
“Τι έγινε, γιατί σταμάτησες Β.;”
“Δε θέλω να πω περισσότερα για να μη στο χαλάσω Κ.”
“Καλώς…”, δέχτηκε την εξήγηση του Β. ο Κ. Ύστερα, όμως, μια ψυχρή φωνή ξεπήδησε στο κεφάλι του: Μα καλά, δεν έχει…
“…κανένα αρνητικό η παράσταση;”, ολοκλήρωσε φωναχτά τη σκέψη του ο Κ.
Ο Β. προβληματίστηκε. Έπειτα, σε μια κρίση δημιουργικής μανίας, άρπαξε το περιοδικό από το πάτωμα. Γύρισε γρήγορα τις σελίδες μέχρι να βρει αυτό που έψαχνε.
Το βρήκε. Ήταν η αφίσα μιας μουλάρας (λεκτικό παιχνιδάκι: αντικαταστήστε ένα γράμμα της λέξης «μουλάρας» με το –ν), γυμνής κοπέλας, που κρατούσε στα χέρια της μία κλεψύδρα. Η άμμος εντός της κλεψύδρας τελείωνε.
“Το βλέπεις αυτό;”, είπε ο Β. δείχνοντας την αφίσα. Ο Κ. ένευσε καταφατικά. “Η παράσταση είναι σαν την γκόμενα- αψεγάδιαστη σχεδόν. Όμως, ναι, έχει ένα βασικό μειονέκτημα: την κλεψύδρα.”
Ο Κ. κοίταξε το Β. σα να του μιλούσε αραμαϊκά. “Ε, τι με την κλεψύδρα;”
“Δες πόσο λίγη άμμος έχει μείνει, Κ. Ο χρόνος της παράστασης τελειώνει. Η εβδομάδα που διανύουμε είναι η τελευταία της- Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 9, στο θέατρο Όρα, η «Άγρια Μοναξιά» θα παιχτεί για 4 τελευταίες φορές. Ύστερα, αυλαία. Το κατάλαβες;”
Ο Κ. πήρε το βλέμμα του από τη γυμνή κοπέλα και το κάρφωσε στην κλεψύδρα. “Διάβολε”, σκέφτηκε, “έχει μείνει πράγματι ελάχιστη άμμος”.
Έπειτα, κοίταξε το ημερολόγιο.
Και χαμογέλασε.
Είχε, ακόμη, καιρό.














