Της Χριστίνας Ταχιάου
Σκέφτομαι τη γενιά μου και τη φουρνιά μου. Εμάς που γεννηθήκαμε στη δεκαετία του ’60. Τη γενιά “του ΠΑΣΟΚ”, όπως λέει το κλισέ. Που είδαμε το φως σε ταραγμένες εποχές, πήγαμε σχολείο λίγο πριν ή λίγο μετά από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, σπουδάσαμε στα χρόνια της Αλλαγής, αρχίσαμε να δουλεύουμε όταν ο βασικός μισθός ήταν κοντά στις 30.000 δραχμές. Μάθαμε ξένες γλώσσες επειδή το θέλαμε, όχι για να πάρουμε μόρια για διορισμό. Διαβάζαμε βιβλία και πολιτικά περιοδικά όχι για τα δείχνουμε στις παραλίες, αλλά επειδή είχαμε ανησυχίες. Δεν κάναμε Erasmus, δεν ξέραμε τι σημαίνει να ξημεροβραδιάζεσαι στα καφέ, δεν είχαμε ανάγκη από Prada και Burberry’s -για την ακρίβεια, χτυπούσε άσχημα στο μάτι η νεοπλουτίλα. Μιλούσαμε πολύ, σχεδιάζαμε οικογένειες ή συνέχιση των σπουδών, έχοντας να επιλέξουμε αν θα μείνουμε στην πόλη όπου σπουδάσαμε ή θα επιστρέψουμε στην γενέθλια πόλη ή -οι πιο τολμηροί κι ευκατάστατοι- στο εξωτερικό. Το δημόσιο παρέμενε κάτι το ανεπιθύμητο: ούτε καν το σκεφτόμασταν, θα αποτελούσε ταφόπλακα στις φιλοδοξίες μας. Η σύνταξη ήταν κάτι που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό μας. Θέλαμε να δουλέψουμε, να δημιουργήσουμε, να αφήσουμε το στίγμα μας.
μέσω Protagon