Κάπου στο 2000, όταν εργαζόμουν ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Μακεδονία, έκανα μια σειρά συνεντεύξεων για το περιοδικό Επιλογές, με τους γενικούς προξένους (διπλωμάτες) που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη, αλλά και κάποιους επίτιμους που οι χώρες τις οποίες εκπροσωπούσαν είχαν έντονη παρουσία στην περιοχή. Και είναι αλήθεια ότι ανακάλυψα ένα κόσμο με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ήταν τα χρόνια των ανακατατάξεων στη Βαλκανική, λίγο μετά το βομβαρδισμό της Σερβίας από το ΝΑΤΟ, η Θεσσαλονίκη κολακευόταν ως επίδοξη «πρωτεύουσα των Βαλκανίων», ακουγόταν σχέδια, υποσχέσεις, οράματα (δυστυχώς, ελάχιστα υλοποιήθηκαν και η Θεσσαλονίκη προς το παρών μοιάζει με τη Σταχτοπούτα των Βαλκανίων).
Η διπλωματική παρουσία στη Θεσσαλονίκη ήταν έντονη για χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Κύπρος, η Τουρκία, όλες οι βαλκανικές. Αλλά και Έλληνες –συνήθως επιχειρηματίες- είχαν πάρει το τιμητικό χρίσμα και υπηρετούσαν χώρες που επιδείκνυαν ενδιαφέρον όχι τόσο στα διπλωματικά όσο στο επιχειρείν. Άφησε εποχή η δυναμική πολιτιστική παρουσία του Καναδά το 1997, όταν η πόλη ήταν Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα της Ευρώπης, με τον αείμνηστο πρόξενο Κώστα Γιακουμή. Αλλά και ιστορικά ο ρόλος τους ήταν σημαντικός στις ζόρικες στιγμές της πόλης, όπως πχ κατά την απελευθέρωσή της το 1912.
Πιστεύω ότι οι προξενικές αρχές είναι για τη Θεσσαλονίκη ένα σταθερά ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο. Ό,τι θα έπρεπε η πόλη να στρέφεται πιο συστηματικά προς αυτούς. Να απαιτεί καμιά φορά. Γιατί υπάρχουν πρόξενοι που θέλουν να δημιουργήσουν ή ακόμη και να προσφέρουν στην κοινωνία. Σίγουρα, δεν είναι όλοι έτσι, αλλά υπάρχουν αρκετοί που αγαπούν τη Θεσσαλονίκη, αγαπούν τη δουλειά τους και φιλοδοξούν να αφήσουν θετικό ίχνος στο πέρασμά τους από εδώ. επίσης, η προσωπικότητά τους αλλά και η διεθνής δικτύωσή τους, αποτελούν μοναδικό πλεονέκτημα.
Καλή ώρα ο Κριστόφ Λε Ριγκολέρ, που αναχωρεί οσονούπω από την πόλη μας για να συνεχίσει την διπλωματική του καριέρα στο Κίεβο. Γενικός πρόξενος της Γαλλίας και διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου, από τους πλέον αγαπητούς που έχουν περάσει, θα τον θυμόμαστε οι Θεσσαλονικείς όχι μόνο για τα εξαιρετικά ελληνικά του αλλά και για την ενίσχυση της πολιτιστικής παρουσίας και παρέμβασης της Γαλλίας στην πόλη. Γιατί κράτησε ανοιχτό το παράθυρο της Θεσσαλονίκης προς τις γαλλικές δημιουργικές τάσεις και εξελίξεις.
Σε μια πόλη με στρατηγική για το παρόν και το μέλλον της, οι προξενικές αρχές θα ήταν θεμελιώδες σκέλος αυτής της στρατηγικής και όχι να αποτελούν -το πολύ πολύ- περιστασιακές δημόσιες σχέσεις. Κι αυτό είναι κάτι συνήθως αφορά την ίδια την πόλη, τους φορείς και τις αρχές. Είναι, εν ολίγοις, στο χέρι μας…