Έχουμε πολλές ταυτότητες. Αυτές που εμείς επιλέγουμε και αυτές που οι άλλοι μας αποδίδουν. Άλλωστε η “ταμπελοποίηση” είναι χρήσιμο εθνικό σπορ, είτε για να δοξάσεις είτε για να αποτελειώσεις οριστικά και αμετάκλητα τον εχθρό, “φίλο”, αντίπαλο, ανταγωνιστή και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι αυτή του συγγραφέα. Μιλώ για την δημόσια εικόνα πάντα, όχι το πώς την αντιλαμβάνεται κάποιος που γράφει, για όποιον λόγο και αν το κάνει – και υπάρχουν πολλοί.
Ως “εξωτική” η ιδιότητα – ταμπέλα του συγγραφέα, τείνει συνήθως να εξορίζει τις υπόλοιπες. Παύεις ας πούμε να είσαι εκπαιδευτικός – ως κυρίως επάγγελμα, και κυρίως εισόδημα. Παύεις να είσαι αθλητής-ως επιλογή ασχολίας ελεύθερου χρόνου. Παύεις να είσαι νοικοκυρά, μητέρα, σύζυγος αν και αυτά δεν είναι συνήθως “μείζονες” αλλά συμπληρωματικές ταυτότητες. Πόσο κρίμα αλήθεια αφού είναι οι πιο σημαντικές πολλές φορές και σίγουρα οι πιο ενεργοβόρες.
Και γίνεσαι αυτό το εξωτικό είδος ανθρώπου! Που όλοι νιώθουν να γνωρίζουν και όλοι καταλαβαίνουν ότι καθόλου δεν γνωρίζουν. Απλώς ο καθένας φτιάχνει ένα ολόγραμμα του πώς υποθέτει πως είναι στην καθημερινότητά του. Η ρομαντική εκδοχή του άφθονου ελεύθερου χρόνου, των μακρινών περιπάτων όπου το βλοσυρό ύφος ανταγωνίζεται στα ίσια το αλαφροΐσκιωτο, των τακτικών συναντήσεων με την “μούσα μοι ένεπε… βιβλίον πολύτροπον”, έχει μάλλον ξεθωριάσει από τον πραγματισμό του αντι-ρομαντικού κόσμου μας.
Στη θέση της, έχει φυτρώσει και αναπτύσσεται ως γνήσιο υβρίδιο – δηλαδή διασταύρωση δύο τουλάχιστον ειδών- η κυνική, απογυμνωμένη εικόνα του “γραφιά”. Ολίγον ιδιότροπος, με μια δόση έλλειψης κοινωνικών δεξιοτήτων – τα κάνει αυτά ο εγκλεισμός- ιδρυματοποιημένος στα δικά του ενδιαφέροντα, με μισό-τρελο ύφος. Ή: άνθρωπος των μίντια, περσόνα…grata γιατί προσδίδει και στους άλλους κάτι από εγκεφαλική νομιμοποίηση – όλοι θέλουν ένα τουλάχιστον εξωτικό είδος στα (γ)καλά τους. Είναι αυτός που κινείται στον αστερισμό των social media με την ευκαμψία ενός αίλουρου, την επιθετικότητα λέοντα, τον.. αποκρυφισμό μύστη και την εξαλλοσύνη σούπερ σταρ. Λίγο από όλα δηλαδή. Αχταρμάς όπως και το δημόσιο “θεαθήναι” που συνήθως δεν είναι και άξιο θεάσεως.
Στα μάτια δε του αναγνώστη, του αναγνώστη ΤΟΥ, ο συγγραφέας είναι λίγο από κάθε ήρωά του. Δεν μπορείς να γράφεις κυνικά και να μην είσαι τέτοιος – κυνικός. Δεν μπορείς να ζεις στα σκοτάδια των αποτρόπαιων ιστοριών σου και να είσαι ένας φωτεινός τύπος – δεν γίνεται. Δεν μπορείς να είσαι αποκλεισμένος τον μισό χρόνο της ζωής σου και να μην έχεις κάτι από το αυτοκαταστροφικό του Τζέημς Ντιν, το μοιραίο και βαθιά ευφυές του Αλμπέρ Καμύ, το ψυχαναγκαστικό του… τόσων άλλων. Άλλωστε οι επιτυχημένοι αυτό επέτυχαν. Ένα επίθετο να τους κυνηγά και να το δανείζουν σε κάθε διάδοχο. Σε κάθε επίδοξο μιμητή ή.. αυτονομιστή. Και εσύ ελπίζεις να σου παραχωρηθεί το δικαίωμα όχι σε ένα αστέρι, στον διάδρομο των επιτυχημένων, αλλά ένα “επίθετο” στο λεξικό των ξεχωριστών.
Κι αναρωτιέσαι ποιό θα ήταν αυτό; Κι αναρωτιέσαι αν έχουν το δικαίωμα οι αναγνώστες να λένε ότι σε “ξέρουν”; Κι αναρωτιέσαι αν όντως ξέρουν καλύτερα από σένα τον εαυτό σου; Κι αναρωτιέσαι ποιό κομμάτι σου θες να αφήσεις έκθετο στην δημόσια κρεαταγορά και ποιο να διαφυλάξεις πάσει θυσία. Και στο τέλος αναρωτιέσαι γιατί να σε αφορούν όλα αυτά. Ε, δεν σε αφορούν.
Εξάλλου το είπε και ο Αλμπέρ Καμύ: “Για να είμαστε ευτυχισμένοι πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι”.