Πέντε από τα Σαιξπηρικά σονέτα
Απόδοση στα Ελληνικά: Τάσος Πετρίτσης
1.
Απ’ ώρια πλάσματα προσμένουμε σπορά,
ποτέ του κάλλους ο ανθός να μην πεθάνει,
και σαν το ώριμο εκλείψει στη φθορά,
γόνος αβρός τη μνήμη πάλι να θερμάνει.
Μα με τη φέξη των ματιών σου έχεις δεσμό,
με το αυτάρεσκο την τρέφεις ζώπυρό σου,
και μετατρέπεις σε νηστεία το χορτασμό,
εχθρός ανήλεος στον τρυφερό εαυτό σου.
Εσύ που λάμπεις μες στου κόσμου τα στολίδια,
και που της άνοιξης την ώρα προμηνύεις,
θάβεις το κάλλος σου στ’ ανθόφυλλά σου τα ίδια,
κι όλο τον πλούτο σου στη φτώχεια επενδύεις.
Πόνα τον κόσμο ή αχόρταγος χρεώσου
βρώμα του τάφου το να γίνει και δικό σου.
3.
Δες στον καθρέφτη και στην όψη που αντικρίσεις
ώρα πως είναι πες να πλάσει ακόμα μία,
κι αν τη δροσιά της δε βιαστείς να συντηρήσεις,
κλέβεις ζωή, τη μητρική την ευλογία.
Ποια τόσο όμορφη το χέρσο της αγρό
ακαλλιέργητο θ’ αφήσει από σένα;
Και ποιος σε μνήμα κλείνει έπαρσης ψυχρό
απ’ αμυαλιά τα τέκνα του, να πάν’ χαμένα;
Είσαι της μάνας σου καθρέφτης, για να δει
σ’ εσένα πάλι τ’ άνθος της δικής της νιότης,
Και στης ζωής σου το φεγγίτη θα σταθεί
πάλι της νιότης σου η λάμψη φωτοδότης.
Μ’ αν για τη λήθη προορίζεις τη ζωή σου,
μόνος πεθαίνεις κ’ η εικόνα σου μαζί σου.
5.
Οι ώρες που ’χουν τρυφερά φιλοτεχνήσει
ερατεινή μορφή, που τις ματιές καλεί,
κι ο σταυρωτής θε να ’ν’ που θα την τυραννήσει,
σκορπώντας ό,τι ομορφαίνει πιο πολύ.
Γιατί ακούραστος ο χρόνος παρασέρνει
το θέρος σ’ άθλιο χειμώνα π’ αφανίζει,
ψύχει γλυκούς χυμούς, τα φύλλα ανεμοδέρνει,
σωρούς που θάβουνε την ομορφιά χιονίζει.
Κι αν απ’ το θέρος ούτε στάλα είχε σωθεί,
υγρός κατάδικος, στο γυάλινο κλουβί του,
θά ’χε το κάλλος με τα τέκνα του χαθεί,
κι αυτό κ’ ό,τι άλλο που θυμίζει τη μορφή του.
Στάγμα από λούλουδο, χειμώνας όταν μπαίνει,
χάνει την όψη, μα η ψυχή γλυκά ανασαίνει.
27.
Σπεύδω με κούραση, κατάκοπος, στην κλίνη,
μέλη απ’ το δρόμο εξαντλημένα ν’ αλαφρώσουν,
μα σε ταξίδι τότε ο νους θα ξεμακρύνει,
να ’χει αυτός δουλειές, σαν του κορμιού νεκρώσουν.
Οι λογισμοί μου τότε (απ’ αλάργα που ’ναι)
σε φλογερό προσκύνημα δικό σου τρέχουν,
και τα βαριά μου μάτια ορθάνοιχτα κρατούνε,
που του τυφλού το φως μέσα στο σκότος έχουν.
Μα της ψυχής μου το ιδεατό το μάτι
τον ίσκιο σου μες στην τυφλή ματιά μου βάζει,
που στη φριχτή νυχτιά σαν κρεμαστό διαμάντι
από γριά την κάνει νια κι ωραία να μοιάζει.
Έτσι, τη μέρα το κορμί, τη νύχτα η σκέψη,
δεν το μπορεί από μας τους δυό να γαληνέψει.
29.
Τ’ άθλιο είναι μου, απ’ τη μοίρα ξεχασμένος,
και απ’ ανθρώπου μάτι απόμονος, σαν κλαίω,
και καταριέμαι για το πώς είμαι πλασμένος
τον ουρανό, μ’ ένα λυγμό αμελητέο.
Κι εύχομαι να ’χα λαμπρό μέλλον, όπως άλλοι,
να ’χα ταλέντα, φίλους, εκεινών τις χάρες,
να ’χα του ενός το νου και τ’ αλλουνού τα κάλλη,
κι όλες μου οι άλλοτε χαρές είναι λαχτάρες.
Μα ξάφνου, εμένα μ’ όλα αυτά καταφρονώντας,
σκέφτομαι εσένα, και μου δίνεις την εικόνα
κορυδαλλού που απ’ τη μαύρη γη πετώντας
ύμνο λαλεί στου παραδείσου τον πυλώνα.
Ο έρωτάς σου τέτοιος θησαυρός φαντάζει,
που βασιλιά το στέμμα δεν τον αγοράζει.














