Διαβάζω και ακούω τον τελευταίο καιρό μία πολύ μεγάλη συζήτηση, με πολλά ειρωνικά σχόλια για την “εκστρατεία της κάρτας”, την επιλογή δηλαδή των υποψηφίων να κάνουν γνωστή την υποψηφιότητά τους, μοιράζοντας κάρτες τους σε ενδεχόμενους ψηφοφόρους.
Άκουσα μάλιστα σε κάποιο μαγαζί τον εξής διάλογο, που μου θύμισε τις παιδικές μας ιστορίες:
“Έχω διπλό έναν σπάνιο Ταδόπουλο, τον αλλάζεις με έναν Φουφουτίδη;” ενώ χθες το βράδυ στην είσοδο ενός παραδοσιακού σκυλάδικου, ο πορτιέρης είχε κάνει μία τεράστια στίβα από κάρτες υποψηφίων.
Κατανοώ την απαξίωση της συγκεκριμένης διαδικασίας προβολής. Και δε με εμπνέει. Και δε θα βγάλω κάρτες, παρά το γεγονός ότι πολλοί φίλοι μου ζήτησαν, για να έχουν να δίνουν κάτι δικό μου.
Καλώς ή κακώς έχω μία αναγνωρισιμότητα, η οποία εν πολλοίς οφείλεται στις δημόσιες παρεμβάσεις μου επί 3,5 χρόνια. Στην αντιπολίτευση που έκανα στη διοίκηση Μπουτάρη και στις προτάσεις που είχα την ευκαιρία να καταθέσω.
Σήμερα τις 49 έδρες του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης διεκδικούν 673 υποψήφιοι, δηλαδή εκλέγεται ένας στους 14. Από αυτούς μόνο 30, δηλαδή το 60% του απερχόμενου συμβουλίου είχαν την ίδια δυνατότητα που είχα εγώ, δηλαδή είχαν την ευκαιρία να μιλούν και να έχουν δημόσιες παρεμβάσεις.
Καλώς ή κακώς πολύ λιγότεροι την εκμεταλλεύθηκαν.
Οι άλλοι 643; (1102 σύνολο μαζί με τους 429 υποψήφιους διαμερισματικούς/κοινοτικούς συμβούλους).
Πώς θα γίνουν γνωστοί;
Πώς θα καταθέσουν τις απόψεις τους, με βάση τις οποίες θα γίνουν γνωστότεροι;
Άνοιξαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τις στήλες τους, τα studio;
Τι δυνατότητα έχουν, όταν τα κανάλια έχουν βάλει ταρίφα για την εμφάνιση σε πρωινάδικα για τρία λεπτά;
Τι δημοκρατία είναι αυτή, που όλοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν, αλλά προϋπόθεση εκλογής βάζουν μόνο όσοι μπορούν να διαθέτουν λεφτά; Πώς θα αντιμετωπίσει ο “χ” άγνωστος υποψήφιος, τον συνυποψήφιο, “φίλο” ή αντίπαλο, που μπορεί να αγοράσει διαφήμιση 2.000 σε illustration περιοδικό ή μοιράζει ακριβά δωράκια σε ψηφοφόρους για να τον θυμούνται;
Οι υποψήφιοι, λοιπόν, που γυρίζουν με τις κάρτες στο χέρι και αναζητούν μία θέση στον ήλιο της αναγνωρισιμότητας, είναι το αποτέλεσμα ενός πολιτικού συστήματος που πάσχει στις δομές του.
Άνθρωποι χωρίς εφόδια μπαίνουν να κάνουν μία δουλειά που δεν ξέρουν. Συνήθως για το ονόρε. Για την κοινωνική καταξίωση. Για να πηγαίνουν σε συνεδριάσεις με 100 θέματα- συνήθως περίπλοκα- τα οποία δεν προλαβαίνουν να διαβάσουν, γιατί πρέπει να κάνουν και τη δουλειά από την οποία βιοπορίζονται.
Διότι έσοδα από τον δήμο (πλην των αντιδημάρχων που παίρνουν περίπου 1.500 ευρώ τον μήνα και κάποιων αμειβομένων, που ανήκουν στην παράταξη της διοίκησης και παίρνουν από 250-2000 ευρώ το μήνα) δεν υπάρχουν..
Το πρόβλημά μας δεν είναι οι κάρτες. Το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που τις μοιράζουν. Το πρόβλημά μας είναι το τι θα κάνουν αυτοί που τις μοιράζουν. Κι εκεί δεν υπάρχει απάντηση. Ούτε εύκολη, ούτε δύσκολη. Υπάρχει ανάγκη να συζητήσουμε τη δομή και τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης. Με ψυχραιμία και πολλή περίσκεψη.
Ποτέ δεν κατάλαβα και ποτέ δε θα καταλάβω, γιατί χρειάζεται απόφαση πολιτικού οργάνου (κοινοτικό/διαμερισματικό συμβούλιο), προκειμένου να πάρει κάποιος άδεια να ανοίξει φούρνο και γιατί χρειάζεται απόφαση άλλου πολιτικού οργάνου, για να του αφαιρεθεί η άδεια, αν έχει διαπράξει τρεις παραβάσεις.
Είναι λάθος η εντύπωση, ότι διαφθορά είναι μόνο όταν αυτός που αποφασίζει παίρνει “μπαχτσίσι κάτω από το τραπέζι”.
Η διαφθορά στην Ελλάδα είναι θεσμική. Γι’ αυτό ας προσέχουμε που στέλνουμε τους θεσμούς και ας μην μας ενοχλούν απλώς οι τρόποι που επιλέγουν να μας πείσουν να τους στείλουμε.
Δεν μας φταίνε οι κάρτες για την ala carte δημοκρατία…