Αρχική ΑΠΟΨΕΙΣ Καταθέτης ή Επενδυτής; Όταν το ευρωπαϊκό κεκτημένο χάνεται…

Καταθέτης ή Επενδυτής; Όταν το ευρωπαϊκό κεκτημένο χάνεται…

0
1096

Γράφει ο Δημήτριος Σκιαδάς / Επικ. Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας  

Οι τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο απέδειξαν ότι δυστυχώς η ΕΕ δεν εξελίσσεται απλώς αλλά μεταλλάσσεται σε ένα σχήμα το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το όραμα των εμπνευστών της αλλά και των πολιτών των κρατών μελών που εξακολουθούν (όσων τέλος πάντων εξακολουθούν) να πιστεύουν στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τα σχόλια που έχουν διατυπωθεί στο δημόσιο διάλογο για το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδεικτικά για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Και όμως αν κανείς παρακολουθήσει προσεκτικά τις δηλώσεις των ιθυνόντων της ΕΕ, και ιδίως του Eurogroup, ως μηχανισμού «διακυβέρνησης» της Ευρωζώνης, θα συνειδητοποιήσει – με τρόμο ίσως – ότι τα χειρότερα έπονται…

Ο διάδοχος του κ. Γιούνκερ στη προεδρία του Eurogroup, Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος επελέγη ως εναλλακτική λύση στην προοπτική να αναλάβει αυτή τη θέση ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών κ. Σόιμπλε, τελικά φαίνεται ότι λειτουργεί απλώς ως αναμεταδότης της γερμανικής αντίληψης όχι μόνο περί δημοσιονομικής πειθαρχίας αλλά και περί δημιουργίας μιας ΟΝΕ στα γερμανικά πρότυπα και καλούπια… Και όποιος αντέξει… Δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά οι δηλώσεις του σχετικά με το ενδεχόμενο η μέθοδος που εφαρμόστηκε στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα να αποτελέσει πιλότο και για άλλες παρεμβάσεις εκ μέρους του Eurogroup σε χώρες της Ευρωζώνης στις οποίες το χρηματοπιστωτικό σύστημα εμφανίζει «συστημικές ανισορροπίες» με χαρακτηριστικότερη ένδειξη μιας τέτοιας κατάστασης το να υπάρχουν καταθέσεις στις χώρες αυτές οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ το ΑΕΠ τους, υπονομεύοντας έτσι π.χ. την πραγματική δυνατότητα παροχής εγγύησης εκ μέρους των κρατών για τις καταθέσεις μέχρι 100.000 ευρώ. Και ήδη έχουν ακουστεί ονόματα όπως Σλοβενία, Λουξεμβούργο (ναι η χώρα του κ. Γιούνκερ αποτελεί βασικό υποψήφιο εφαρμογής της λύσης περί «κουρέματος καταθέσεων»), κλπ…

Η λογική αυτή σηματοδοτεί μια πολύ βασική μεταστροφή (σε βαθμό διαστροφής) της αντίληψης για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μάλιστα με βίαιο και απότομο τρόπο. Δεν είναι δυνατό μέχρι σήμερα το χρηματοπιστωτικό σύστημα να αποτελεί τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ, κάτι για το οποίο έχουν υπάρξει επανειλημμένες αποφάσεις και διαδικασίες θέσπισης σχετικών κανόνων (βλ. τις διάφορες εκδοχές των κανόνων της Βασιλείας όπως Βασιλεία Ι, Βασιλεία ΙΙ και εσχάτως Βασιλεία ΙΙΙ) και αιφνιδίως το ίδιο αυτό σύστημα να μετατρέπεται σε αρένα με τους καταθέτες να έρχονται αντιμέτωποι, ως κατάδικοι-μονομάχοι με τα θηρία των προβλημάτων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και των διαδικασιών του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε τι συνίσταται η αλλαγή; Στο ότι εφεξής η επιλογή μιας τράπεζας εκ μέρους οποιουδήποτε για να καταθέσει χρήματα (είτε αυτά είναι προϊόν αποταμίευσης, είτε αυτά είναι οι αποδοχές του, είτε είναι προϊόν οιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας) θεωρείται επενδυτική συμπεριφορά και συνεπώς πρέπει να φέρει και όλους τους συναφείς κινδύνους που συνοδεύουν τις επενδύσεις, με κυριότερο το επενδυτικό ρίσκο της απώλειας. Μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο, για απλές τραπεζικές καταθέσεις ήταν αδιανόητο. Η μικρή απόδοση των καταθέσεων λόγω π.χ. χαμηλών επιτοκίων είναι κάτι σύνηθες. Η απώλεια μέρους (μικρού ή μεγάλου) του κεφαλαίου μιας κατάθεσης ήταν κάτι που δεν ετίθετο καν ως θεωρητικό ενδεχόμενο. Πλέον θα αποτελεί όχι απλώς πιθανότητα αλλά εάν η τράπεζα που επέλεξε κάποιος εμφανίζει «συστημικές ανισορροπίες» τότε ένα τέτοιο «κούρεμα» θα αποτελεί θεσμοθετημένη λύση για την «αποκατάσταση της ισορροπίας». Δηλαδή οι καταθέτες, μαζί με τους μετόχους και τους ομολογιούχους της τράπεζας, θα αναλάβουν το βάρος της ενδεχόμενης ανακεφαλαιοποίησης της.

Η ιδιότυπη αυτή απαλλοτρίωση προδήλως ελέγχεται για τη συμβατότητα της εν σχέση με την προστασία της ιδιοκτησίας ως αντικείμενο νομικής ρύθμισης στα πλαίσια της έννομης τάξης της ΕΕ. Επιπλέον, το γεγονός ότι έτσι κάποιες χώρες, όπως οι προαναφερθείσες, θα χαρακτηριστούν, θεσμικά, εκ προοιμίου «προβληματικές» για την υποδοχή τραπεζικών καταθέσεων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τους, αποτελεί βασική απόκλιση από μια από τις τέσσερεις θεμελιώδεις βασικές ελευθερίες που συνθέτουν τον πυρήνα του κοινοτικού κεκτημένου, ήτοι την ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων. Το Δικαστήριο της ΕΕ έχει κρίνει ότι αντίκεινται σε αυτή την ελευθερία πολύ πιο ήπια μέτρα περιορισμού των δυνατοτήτων μεταφοράς κεφαλαίων. Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον το πώς θα κρίνει μια τέτοια αλλαγή που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών της ΕΕ ως προς αυτό το κομμάτι του κοινοτικού κεκτημένου.

Σίγουρα το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι αθώο του αίματος της τραγωδίας που συνέβη στη Κύπρο (αλλά και νωρίτερα σε άλλες χώρες, εντός και εκτός ΕΕ) με τις απώλειες περιουσιών προσώπων και επιχειρήσεων που σε ένα βράδυ έχασαν τις καταθέσεις τους και την επόμενη μέρα πτώχευσαν. Και σίγουρα χρειάζονται κανόνες βελτίωσης της εποπτείας του από τις κρατικές αρχές. Όμως η βελτίωση αυτή δεν μπορεί να είναι η μεταβίβαση της ευθύνης εποπτείας και ελέγχου από το κράτος στους καταθέτες, δηλαδή επειδή το κράτος δεν μπορεί (δεν θέλει άραγε;;;) να ελέγξει αποτελεσματικά τις τράπεζες, να καταστήσει τον καταθέτη προληπτικό ελεγκτή της ορθής λειτουργίας μιας τράπεζας, δημιουργώντας του ρίσκο για την κατατιθέμενη περιουσία του και αντιμετωπίζοντας τον ως επενδυτή. Η διάλυση της χρηματοπιστωτικής πίστης σε τέτοιο απόλυτο βαθμό θα επιφέρει απόλυτο πλήγμα στην οικονομία και συνακόλουθα στην κοινωνία της ΕΕ…

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ