Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος / gkessopoulos@gmail.com
Ήταν Αύγουστος 1995. Ήμουν φαντάρος. Υπό απόλυση. Στα Γιαννιτσά. Το τηλέφωνο χτύπησε. Η Ρίτσα μου ανακοίνωσε από την άλλη γραμμή ότι στα Σπορ του Βορρά ζητούν διορθωτή. Ήξερε πάντα, ως… πρώτη ξαδέλφη, ότι ήθελα να «τρυπώσω» στη δημοσιογραφία. Από το Λύκειο ακόμα. Η ίδια ήταν ήδη τότε παλιά δακτυλογράφος της συγκεκριμένης εφημερίδας. Μαζί με τη Βάσω, την άλλη Βάσω, την Ελένη, τη Βούλα, τη Σταυρούλα, τη Στέλλα, τη Χρύσα, τη Γιώτα, το Θάνο, την Τασία και άλλα καλά παιδιά, αγαπημένα παιδιά (εύχομαι όλοι να είναι καλά).
Για το πώς τελικά επιλέχθηκα, δεν θυμάμαι και πολλά. Ούτε ποιον είδα, ούτε ποιος με είδε, τι με ρώτησε και τι του απάντησα. Ξέρω μόνο ότι με το που απολύθηκα, στα τέλη Αυγούστου 1995, έπιασα δουλειά στα θρυλικά «Σπορ του Βορρά». Ήταν ακόμα η εποχή της μεγάλης ακμής, τότε που όταν έπαιζε ο ΠΑΟΚ η εφημερίδα ξεπουλούσε. Κι όταν νικούσε ξανατύπωνε! Πρόλαβα την εποχή του telex (έτσι ερχόταν οι ειδήσεις από τα διεθνή πρακτορεία) και της χαρτοκοπτικής στο μοντάζ.
Εγώ διορθωτής τρίτος, αναπληρωματικός για δύο μέρες την εβδομάδα –ίσα για να πάρω τη μυρωδιά της εφημερίδας. Τακτικοί διορθωτές ο Βασίλης και ο Γιώργος, εξαιρετικά παιδιά και γνώστες του αντικειμένου, γίναμε γρήγορα φίλοι –είχαμε κάνει master στα χειρόγραφα πρωτοσέλιδα του διευθυντή Δημήτρη Μπούζα με τα ιερογλυφικά…
Δύο μέρες την εβδομάδα επί ένα χρόνο. Ήταν τότε που η εφημερίδα έκλεινε στις 3 το πρωί με Στράτο Παζούλη να διευθύνει το μοντάζ μέχρι τέλους. Και στις 5 ξημερώματα ήταν κρεμασμένη στα περίπτερα. Πιάναμε δουλειά από το μεσημέρι προς απόγευμα –αναλόγως αν είχαμε να διορθώσουμε και τον… πολιτικό βραχίονα του ομίλου «Ελληνικό Βορρά». Με εκδότρια την κυρία Τέσα Λεβαντή και διευθυντή το δάσκαλο Νίκο Μέρτζο –η «διόρθωση» των άρθρων του ήταν ένα μάθημα ελληνικών, σκέψης και αρθρογραφίας. Στα «Σπορ» εκδότρια ήταν η Ζέτα Σιμιτζή –φίλη με όλα τα παιδιά της εφημερίδας, κάθε βράδυ εκεί.
Μια από τις πιο ισχυρές αναμνήσεις είναι το γεγονός ότι έτυχα το φλουρί της βασιλόπιτας στην υποδοχή του 1996, μεταξύ τόσων εργαζομένων! Εκείνη την εποχή οι βασιλόπιτες είχαν κάτι από το παρελθόν, γινόταν μάζωξη στους χώρους εργασίας, όχι σε ξενοδοχεία και το «έπαθλο» ήταν μια χρυσή λίρα Αγγλίας! Θυμάμαι να την παραλαμβάνω από τα χέρια της κ. Τέσσας.
Είχε μια σελίδα –θυμάμαι- όπου ο καθένας συντάκτης έγραφε ότι ήθελε για όποιον ήθελε, την οποία θυμάμαι πολλές φορές και σκέφτομαι ότι ήταν πρόδρομος του… facebook. Μία ολόκληρη σελίδα με μικρά μικρά μονοστηλάκια απ’ όπου φεύγανε σχόλια ή χαιρετίσματα για φίλους εντός Θεσσαλονίκης αλλά και σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, όπου κυκλοφορούσαν τα Σπορ. Μέσα από εκείνη τη σελίδα, μέχρι και ραντεβού μπορούσες να κλείσεις με κάποιον («Παναγιώτη, θα σε περιμένω αύριο στο καφενείο του Δρυμού για να συζητήσουμε το καυτό θέμα. Ξέρεις εσύ» και άλλα τέτοια).
Στα «Σπορ του Βορρά» εργάστηκα για ένα χρόνο, Σεπτέμβριο 1995 – Αύγουστο 1996. Εκεί γνώρισα πολύ καλούς συναδέλφους (αθλητικογράφους) που αργότερα αναδείχθηκαν και σήμερα κυριαρχούν στα πεδία που τους οδήγησε η ζωή (η επαγγελματική): Γιώργος Μπούζος, Λευτέρης Πλακίδας, Περικλής Στέλλας, Κλεάνθης Βαλαρούτσος, Παναγιώτης Χορόζογλου, Κώστας Βασιλόπουλος, Κλείτος Καρκανιάς, Χρήστος Γκάλης, Κωστής Μπότσαρης μπαινόβγαιναν στη μυθική για τα μάτια μου τότε αίθουσα των συντακτών –σίγουρα ξεχνώ πάρα πολλά αγαπητά πρόσωπα αυτή τη στιγμή / μόλις τους θυμηθούμε συμπληρώνω ονόματα.
Πήρα μεγάλη εμπειρία και πολλή αγάπη και εκτίμηση εκείνη την περίοδο στα «Σπορ του Βορρά». Εκεί γνώρισα την Εύα Μέρτζου και το Γιάννη Σεϊτανίδη, δύο συναδέλφους που τους κρατώ πάντα στην καρδιά μου –ήταν οι πρώτοι που με βοήθησαν να μπω στη δημοσιογραφία, λίγο αργότερα στην επανεκδοθείσα εφημερίδα «Μακεδονία».
Η είδηση για αναστολή της κυκλοφορίας της εφημερίδας μετά από 35 χρόνια, με τάραξε (μακάρι να επανακυκλοφορήσει). Κι ας είμαστε εθισμένοι πια στα λουκέτα. Δεν ξέρω αν φταίει η εποχή ή ότι δεν καταφέραμε να βρούμε έναν σύγχρονο βηματισμό για τις εφημερίδες μας. Όμως, δεν είναι του παρόντος. Σ’ αυτή την εποχή που όλα είναι μπερδεμένα και το μεγάλο παιχνίδι παίζεται στις πλάτες όλων ημών των απλών, σημασία κατ’ εμέ έχουν μόνο οι άνθρωποι και πώς θα βρουν ξανά το δρόμο τους τώρα που χάνουν τη δουλειά τους. Ξέροντας καλά τι θα πει ανεργία, το εύχομαι και το προσεύχομαι.