Δε με νοιάζει ο Γιωργάκης και τα ενδοοικογενειακά τους, αλήθεια σας λέω. Ποτέ εξάλλου δε με ένοιαξαν τα οικογενειακά των άλλων. Με νοιάζει αυτή η γυναίκα – δοκιμασία για το νευρικό μου σύστημα που τσιρικοπάει σαν τρελή ώρες τώρα. Απτόητη! Ούτε η ζέστη, ούτε ο καυτός ήλιος, ούτε η άμμος, ούτε τίποτα! Τον Γιωργάκη ούτε που θα τον είχαμε πάρει χαμπάρι, αν η υστερική μάνα του δε φώναζε κάθε 1,5 λεπτό, Γιωργάκη αυτό και Γιωργάκη εκείνο. Γιωργάκη έλα να φας το τοστάκι σου, Γιωργάκη έλα να πιειες το χυμό σου, Γιωργάκη φόρα τα μπρατσάκια σου, Γιωργάκη όχι εκεί είναι βαθιά. Δεν μπορώ τη μάνα Γιωργάκη με τίποτα! Κάνω υπομονή, κλείνω τα μάτια, απευθύνομαι με ήρεμη φωνή στο νευρικό μου σύστημα. Τίποτα! Η μάνα Γιωργάκη είναι εκεί ακλόνητη, απτόητη πεπισμένη για το μητρικό της καθήκον αποφασισμένη αν με γονατίσει, αν και σε ύπτια θέση. Γιωργάκη πρόσεχε την αδερφή σου, Γιωργάκη φύγε από την άμμο, Γιωργάκη μην πειράζεις τα παιδάκια, Γιωργάκη έλα εδώ αμέσως είπα.
Σκέφτομαι να σηκωθώ, να ορμήξω και να φιμώσω τη μάνα Γιωργάκη. Ύστερα να την πετάξω στη θάλασσα και καθώς δε θα μπορεί να φωνάξει να ξαναγυρίσω ήσυχα και ωραία στην ξαπλώστρα μου. Σκέφτομαι ακόμα να της βάλω κανένα βαρίδιο, μήπως και μείνει πολύ ώρα στην επιφάνεια και κάποιος τη δει και τη λυπηθεί. Σκέφτομαι ακόμα, πως πολλά παρόμοια θα μπορούσαν να γίνουν για κάθε μάνα Γιωργάκη.
Μάνα Γιωργάκη, κάνε μας τη χάρη να αφήσεις τον Γιωργάκη να μεγαλώσει κι εμάς να κάνουμε το μπάνιο μας, γιατί λίγο η ζέστη, λίγο τα μέτρα Στουρνάρα, πολύ θέλει ο άνθρωπος;