Το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης διοργανώνει έκθεση καλλιτεχνημάτων και ιστορικών τεκμηρίων από το αρχείο του συλλέκτη Γιώργου Πατιερίδη με τίτλο “Η Θεσσαλονίκη στον Μεγάλο Πόλεμο – Πόλεμος, Πολιτική, Τέχνες και Πολιτισμός”. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018, στις 19:00, στον ισόγειο εκθεσιακό χώρο του (Μέγαρο Μπίλλη-Πλ. Ιπποδρομίου).
“Ο ρόλος των τριών στρατηγών (σ.σ. Maurice Paul Emmanuel Sarrail, Marie Louis Adolphe Guillaumat, Franchet d’ Esperey) και η παραμονή τους για σχετικό μεγάλο διάστημα σ’ αυτήν την αναγεννώμενη πόλη έπειτα από μια μακραίωνη περίοδο οθωμανικής κατοχής υπήρξε καθοριστικός. Ένα γεγονός που διεύρυνε τις εκατέρωθεν σχέσεις και ωφέλησε τον ντόπιο πληθυσμό, ήταν το πρωταρχικό μέλημα των Συμμάχων, κυρίως των Γάλλων να δημιουργήσουν μία υποδομή ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τους κατά την παραμονή τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι εντόπιοι να συμμετάσχουν ολοένα και πιο έντονα στην διαδικασία μεταμόρφωσης της Θεσσαλονίκης έστω υπό το πρίσμα των πολεμικών επιχειρήσεων. Αν και αρχικώς δεν ήταν ξεκάθαρο συνέπεια των πολιτικών αντιπαραθέσεων αν οι Συμμαχικές δυνάμεις κατέφθασαν στην πόλη και κατ΄ επέκταση στη Μακεδονία ως φίλοι ή ως εχθροί. Η ροή των γεγονότων ωστόσο τόσο σε πολιτικό όσο και σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, ξεκαθάρισε τον λόγο της παρουσίας των συμμαχικών δυνάμεων. Εκείνο όμως που είναι το πιο σπουδαίο είναι η προθυμία των Συμμάχων όχι μόνον να διαφυλάξουν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, αλλά να επιδοθούν στη δημιουργία τέτοιων υποδομών που θα ευκόλυναν την καθημερινή τους ζωή και θα δημιουργούσαν μία μελλοντική προοπτική που θα καθόριζε το μέλλον της περιοχής. Εν ολίγοις, ήταν το ειρηνικό έργο της Στρατιάς της Ανατολής” σημειώνει, τέλος, ο Δρ Αντώνης Δ. Σατραζάνης, Προϊστάμενος Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης.
Η έκθεση αφορά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και στην καλλιτεχνική παραγωγή που δημιούργησαν στρατιώτες που πολέμησαν στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά τη διάρκειά του.
“Η παρουσία τόσο μεγάλου αριθμού στρατιωτών και αξιωματικών της Αντάντ έδωσε σημαντική ώθηση στα καλλιτεχνικά πράγματα της πόλης και στη συνέχεια της χώρας. Η έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής του 1916 με έργα στρατιωτικών που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη την οποία επιμελείται ο σπουδαίος Κων. Μαλέας, φέρνει στην πόλη ξαφνικά μία εντελώς νέα αντίληψη για την τέχνη. Το υλικό που παρουσιάζεται στην επετειακή αυτή έκθεση βασίζεται κυρίως σε εφημερίδες της εποχής με ολοσέλιδες ως επί το πλείστον απεικονίσεις των γεγονότων του Πολέμου και της Πολιτικής. Έρχονται από τον Γαλλικό, Αγγλικό, Ιταλικό Τύπο κυρίως. Πολλές παρουσιάζουν φωτογραφίες σημαντικών γεγονότων ή προσώπων. Πολλές όμως είναι μικρά έργα ζωγραφικής τέχνης. Αυτά τα δύο στοιχεία, τα σημαντικά γεγονότα και η τέχνη που εμπεριέχονται οδήγησαν τον υπογράφοντα στην αναζήτηση, που συχνά είναι εξαιρετικά δύσκολη, των τίτλων των εφημερίδων που τα παρουσιάζουν. Αυτονόητο στοιχείο βέβαια στην προσέγγιση του υλικού αυτού είναι ότι η είδηση αφορά τη Θεσσαλονίκη, τη Μακεδονία, την Ελλάδα” σημειώνει ο συλλέκτης Γιώργος Πατιερίδης.
Περιέχει πρωτοσέλιδα και οπισθοσέλιδα μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων και περιοδικών, με ζωγραφικές περιγραφές αλλά και φωτογραφίες σημαντικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στην πόλη της Θεσσαλονίκης αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της. Επίσης θα εκτεθούν εικαστικές δημιουργίες ιδιαίτερου καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, απλών στρατιωτών-καλλιτεχνών, που υπηρέτησαν στο βαλκανικό Μέτωπο όπως και απεικονίσεις της καθημερινότητας της πόλης αλλά και της υπαίθρου της, με αναφορές στο Άγιον Όρος. Εκτίθενται επίσης χάρτες που περιγράφουν και εξιστορούν τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά και βιβλία απομνημονευμάτων σημαντικών στρατιωτικών παραγόντων της εποχής εκείνης, επιστολικά δελτάρια που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσον επικοινωνίας και διάφορα άλλα αναμνηστικά.
“Ποτέ κανένας πόλεμος, καμιά σύγκρουση, πριν το 1914-1918, δεν υπήρξε αντικείμενο τόσο πλούσιας εικονογράφησης. Μεταξύ των εκατομμυρίων στρατευμένων μαχητών, ανάμεσα στους οποίους σχεδιαστές, ζωγράφοι, φωτογράφοι, δραστηριοποιούνταν επί πλέον, επίσημες υπηρεσίες, στρατευμένοι καλλιτέχνες σε αποστολή, επιφορτισμένοι να αποτυπώσουν τον πόλεμο οπτικά. Από το Δυτικό Μέτωπο μέχρι τη Μέση Ανατολή θα κυκλοφορήσουν χιλιάδες φωτογραφίες σχέδια και έργα ζωγραφικής, που θα έχουν μεγάλη απήχηση στους πολίτες. Καλλιτέχνες εθελοντές ή επιστρατευμένοι, κινούμενοι από δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν εντολής θα γράψουν «την ιστορία του πολέμου με εικόνες». Άλλωστε, η ζωγραφική και η διακόσμηση αποτελούσαν από τις πιο ευχάριστες πρακτικές δραστηριότητες των φαντάρων” γράφει στον κατάλογο η Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου, ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ.