Τα μνημεία και οι άλλες ιστορικές κατασκευές της Ελλάδας έχουν ανάγκη από καλύτερη αντισεισμική προστασία, επισημαίνει ο διευθυντής του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας και καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Κωνσταντίνος Σπυράκος, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Το νέο διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα «Θαλής-ΕΜΠ SEISMO», υπό τον συντονισμό του κ.Σπυράκου, στο οποίο συμμετέχουν πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτέκτονες, χημικοί μηχανικοί, τοπογράφοι, τεχνικοί γεωλόγοι και αρχαιολόγοι, αποσκοπεί ακριβώς σε αυτό: στην ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης μεθοδολογίας για την αποτίμηση της σεισμικής συμπεριφοράς των ελληνικών μνημείων, ώστε στη συνέχεια να μπορούν να γίνονται τεκμηριωμένα οι κατάλληλες επεμβάσεις, ανάλογα και με τη σεισμικότητα κάθε περιοχής.
Στη χώρα μας, παρόλο που, κατά τον κ. Σπυράκο, σχεδόν οι μισές κατασκευές (το 48%) είναι από πέτρα, είναι ορατό ένα μεγάλο κενό: δεν υπάρχει ακόμη ένας κανονισμός για τους ελέγχους και τις επισκευές σε κτίσματα με τοιχοποιία, τον οποίο να ακολουθούν συγκεκριμένα οι μηχανικοί μετά από ζημιές από σεισμό, είτε πρόκειται για πέτρινο σπίτι, είτε για μνημείο. Οι γνώσεις από το νέο ερευνητικό πρόγραμμα θα βοηθήσουν για να ωριμάσουν οι συνθήκες και να προκύψει ένας τέτοιος κανονισμός.
«Σε ένα μνημείο» αναφέρει ο κ.Σπυράκος «οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι πολύ ήπιες και μη παρεμβατικές. Επειδή δεν μπορούμε να παρέμβουμε στα μνημεία, είναι τουλάχιστον απαραίτητο να τα παρακολουθούμε μέσω τοποθέτησης οργάνων». Μέσα από το τρίπτυχο ανάλυση μνημείου, πειράματα με προσομοιώσεις στο εργαστήριο και εγκατάσταση οργάνων, όπως λέει, «μπορεί να διατηρηθεί η πολιτιστική μας κληρονομιά».
Το ΕΜΠ, πριν το νέο πρόγραμμα στη Μονή Καισαριανής και στο Θησείο, είχε ήδη εγκαταστήσει όργανα σε άλλα δύο μνημεία, στον Όσιο Λουκά και στη Μονή Δαφνίου, για να παρακολουθεί τυχόν βλάβες από σεισμό, διέλευση βαρέων οχημάτων, ρωγμές κ.α. «Δεν έχει προκύψει κάτι ανησυχητικό έως τώρα» τονίζει ο κ.Σπυράκος.
Στόχος είναι αυτή η μεθοδολογία σεισμικής παρακολούθησης μελλοντικά να χρησιμοποιηθεί και σε άλλα μνημεία.
Επίσης, για πρώτη φορά θα δοκιμασθεί πειραματικά σε ελληνικά μνημεία η τεχνολογία της σεισμικής μόνωσης, που έχει ήδη εφαρμοσθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης, έτσι ώστε ο σεισμός να απομονώνεται στο έδαφος και να μην μεταδίδεται στο κτίριο. Θα κατασκευασθεί μια προσομοίωση μνημείου με σεισμική μόνωση, που μετά θα υποβληθεί σε σεισμό στο ΕΜΠ.
«Ευχής έργο» όπως λέει «είναι να τοποθετηθούν όργανα παρακολούθησης για σεισμό σε όσα γίνεται περισσότερα μνημεία στην Ελλάδα. Στην Ιταλία και σε άλλες χώρες ήδη έχει προχωρήσει η τάση για ενόργανη παρακολούθηση των μνημείων».
Ο κ. Σπυράκος υπογραμμίζει ότι «πολλά αρχαία μνημεία όπως η Ακρόπολη έχουν πολύ καλή σεισμική συμπεριφορά και το έχουν δείξει στην πορεία του χρόνου. Όταν ένα μνημείο έχει αντέξει στον χρόνο, είτε δεν έχει υποστεί πολύ ισχυρό σεισμό, είτε έχει ικανή αντοχή.΄Ομως στο μέλλον μπορεί να υπάρξουν ισχυρότεροι σεισμοί. Κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει εκατό τοις εκατό, ανάλογα και με τα ρήγματα κάθε περιοχής. Αν ένα κτίριο, σύγχρονο ή ιστορικό, έχει αντέξει έως τώρα, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα αντέξει και στο μέλλον. Θέλουμε να παρέμβουμε στις ιστορικές κατασκευές για να αντέξουν σε ένα πιθανό ισχυρότερο σεισμό μελλοντικά».
Όπως επισημαίνει, «θα ήταν πολύ μεγάλο βήμα η τοποθέτηση -μετά από μελέτη – των οργάνων στα ελληνικά μνημεία ιεραρχικά. Επειδή τα χρηματικά κονδύλια είναι περιορισμένα λόγω και των οικονομικών συνθηκών, είναι ευχής έργο να βρεθούν χρήματα που θα χρησιμοποιηθούν για την ενόργανη παρακολούθηση των μνημείων με μια σειρά, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά όπου μπαίνει και βγαίνει πολύς κόσμος, καθώς εκεί υπάρχει και η διακινδύνευση του κοινού».
Το κόστος για ένα μνημείο είναι της τάξης των 50.000 έως 150.000 ευρώ, ανάλογα με τον επιθυμητό αριθμό οργάνων και τον όγκο των προς συλλογή στοιχείων. «Το ποσό δεν είναι τεράστιο και το όφελος είναι πάρα πολύ μεγάλο», προσθέτει.
Τονίζει ότι «είναι σημαντικό ένα μνημείο να παρακολουθείται συνεχώς στην πορεία του χρόνου, όπως π.χ. συμβαίνει με τις γέφυρες, καθώς όλα γηράσκουν. Στην Ελλάδα είναι δεδομένο ότι υστερούμε στο θέμα των ελέγχων των μνημείων και γενικότερα των κατασκευών. Μπορεί να τοποθετήθηκαν κάποτε αισθητήρες παρακολούθησης σε ορισμένες υποδομές, αλλά το ερώτημα είναι αν λειτουργούν ακόμη ή αν έχουν ξεχαστεί».
Όπως υπογραμμίζει, «στην Ελλάδα είναι ανεπαρκής η αντισεισμική προστασία των μνημείων και ιστορικών κατασκευών. Ο έλεγχος, ιδίως όσων δέχονται κοινό, είναι άμεσης προτεραιότητας. ‘Αμεσα αναγκαία είναι και η ύπαρξη ενός κανονισμού για τους ελέγχους και τις επισκευές γενικότερα των πέτρινων κτιρίων με τοιχοποιία, στα οποία περιλαμβάνονται και πολλά μνημεία, έτσι ώστε στο μέλλον οι όποιες παρεμβάσεις να γίνονται με πιο αποτελεσματικό και επιστημονικό τρόπο».