Γράφει η Έφη Βαφειάδη / θεατρολόγος
Στις αρχές της δεκαετίας του 60, η γνωστή κριτικός Ελένη Ουράνη, γνωστότερη με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος, παρατηρούσε, σχολιάζοντας την ελληνική κωμωδιογραφία, ότι έχει φθάσει σε αρκετά καλά επίπεδα αλλά της λείπει η ποίηση. Αυτήν την ποιητική διάσταση νομίζω ότι εκόμισε στη νεοελληνική κωμωδία ο Δημήτρης Κεχαΐδης, δέκα χρόνια αργότερα, όταν το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν παρουσίασε, μεσούσης της Χούντας, τον Φεβρουάριο του 1972, σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα «Η βέρα» και «Το τάβλι».
Ο μεσήλικας Φώντας, αν και έχει το ταλέντο να κουρεύει καλά, δεν διανοείται να γίνει κουρέας και ονειρεύεται να γίνει «μέγας» επειδή δεν του αρκεί η απλή μικροαστική ζωή. Είναι ουσιαστικά ανεπάγγελτος. Περιστασιακά γίνεται μεσίτης, αλλά ζει κυρίως ως τρακαδόρος, ενίοτε και ως τζογαδόρος στο τάβλι.
Ο περίπου συνομήλικός του Κόλιας, αν και συμβιβασμένος με τη ζωή του ως πλανόδιου λαχειοπώλη, ονειρεύεται αλλιώς: έχει πλάσει ένα μύθο γύρω από το άτομό του. Συγγράφει, με τη συνδρομή κολωνακιώτισσας κυρίας, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για το ηρωικό του τάχα παρελθόν στα χρόνια της Κατοχής. Και οι δυο είναι αιχμάλωτοι τής εικόνας που έχουν φτιάξει για τον εαυτό τους και τρέφονται από αυτήν: ο Φώντας αυτοχαρακτηρίζεται «καμικάζι», ο Κόλιας θέλει να πιστεύει στον ηρωισμό του, ενώ, στην πραγματικότητα, το υπό συγγραφή βιβλίο δεν είναι παρά μια απόπειρα αποενοχοποίησης για κάποιες ύποπτες σελίδες της ζωής του.
Οι δυο τους αντιπαρατίθενται σαν σε μια παρτίδα τάβλι, όπου διαδοχικά κερδίζουν επιμέρους παιχνίδια εναλλάσσοντας τους ρόλους νικητή και ηττημένου, για να οδηγηθούν τελικά, στη νίκη του ενός από αυτούς. Αμφότεροι κράμα αθωότητας και διαφθοράς, ρεαλισμού και εθελοτυφλίας, κινούνται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, φθάνοντας ακόμη και σε ψευδαισθητικά παραληρήματα.
Ο Κεχαΐδης πλουτίζει τις φυσιογνωμίες των ηρώων του με πλήθος λεπτών αποχρώσεων που τους καθιστούν ζωντανούς, αναγνωρίσιμους και, πράγμα απίστευτο, συμπαθείς. Δύσκολο επίτευγμα, καθώς οι δυο άνδρες όχι μόνο αλληλοεκβιάζονται στη διάρκεια του έργου αλλά φθάνουν στο σημείο να γίνουν οι προαγωγοί της Καλλιόπης, αδελφής του ενός και συζύγου του ετέρου. Όσο για το μεγαλοφυές σχέδιο κομπίνας που έχει συλλάβει ο Φώντας, δείχνει σήμερα, σαράντα τρία χρόνια μετά τη συγγραφή τού έργου, ειρωνικά προφητικό: η κερδοσκοπία στηρίζεται στην πρόθεση εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας εξαθλιωμένων μεταναστών με τον τρόπο που έγινε γνωστός ως «υπόθεση της Μανωλάδας».
Αντλώντας από τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, ο Κεχαΐδης αναφέρεται στην Μπιάφρα της Νιγηρίας, ο εμφύλιος πόλεμος της οποίας (1967-1970) είχε προκαλέσει τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, κυρίως λόγω της πείνας και της εξαθλίωσης και όχι τόσο εξαιτίας των μαχών. Αν κάτι μπορεί να «αθωώσει» στα μάτια μας αυτούς τους δυο κωμικοτραγικούς χαρακτήρες, αυτό είναι η σύγκρουση που βιώνουν ανάμεσα στη μίζερη καθημερινότητα και στην ανάγκη της ουτοπίας. Ο Κεχαΐδης εκμεταλλευόμενος όλες τις τεχνικές του κωμικού, δημιουργεί με τους παραπάνω χαρακτήρες μια σπαρταριστή κωμωδία. Οι διάλογοι, καθώς και οι συχνοί παράλληλοι μονόλογοι, αν και επιφανειακά ρεαλιστικοί, υπονομεύονται από τη σάτιρα, τις επαναλήψεις και τις ανατροπές, και χαρακτηρίζονται από ένα ζωηρό εσωτερικό ρυθμό. Τόσο το «Τάβλι», όσο και η «Βέρα» που το συνόδευε στην πρώτη του παρουσίαση, είναι δείγματα των καλύτερων στιγμών της νεοελληνικής δραματουργίας.
*Σήμερα 24/7, Πέμπτη 30/7, Παρασκευή 31/7 στις 9.30 μ.μ.
“Modigliani” (Κυδωνιάτου 12 και Βλάλη γωνία – Καπάνι)