“Κρίμα που δεν είμαι απόψε μαζί σας”. Με αυτή τη φράση ο Παναγιώτης Τέτσης έκλεινε το μήνυμά του στην τιμητική εκδήλωση που διοργανώθηκε προς τιμήν του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών πριν λίγες μέρες (29/2/2016) για να παραλάβει το βραβείο Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης από τα χέρια του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου.
Κάπως έτσι έριξε την αυλαία της δημόσιας παρουσίας του αφού σήμερα τα ξημερώματα, σε ηλικία 91 ετών, έφυγε από τη ζωή ο Ακαδημαϊκός και ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης, ο οποίος νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός μετά από επιδείνωση της υγείας του το τελευταίο χρονικό διάστημα. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους που διαμόρφωσαν την ελληνική μεταπολεμική ζωγραφική μαζί με τον Γιάννη Μόραλη. Με πλούσιο πνευματικό, καλλιτεχνικό και διδακτικό έργο, ύμνησε το ελληνικό φως και χρώμα. Εχει δωρίσει πάνω από 200 έργα στην Εθνική μας Πινακοθήκη.
«Τα τελευταία έργα του Παναγιώτη Τέτση φέρνουν αυθόρμητα στη μνήμη περιγραφές του Παπαδιαμάντη, στίχους του Κάλβου, του Σεφέρη, του Ελύτη. Γιατί και ο ζωγράφος, όπως ο Ζακύνθιος ποιητής, πλέκει δοξαστικό και τραχύ ύμνο στα «καυχήματα των θαυμασίων σκοπέλων (Σπετζίας, Ύδρας, Ψαρών)», και ιδιαίτερα βέβαια στις φίλιες και γνώριμες ακτές της ένδοξης πατρίδας του της Ύδρας. «Τα περιπόθητα βουνά και τα χωράφια, κεχρυσωμένα ακόμα από τον ήλιο» του Κάλβου, «οι κρημνώδεις ακτές και οι αλίπληκτοι βράχοι» ενός παπαδιαμαντικού Ελύτη, το ομηρικό «πορφύρεον κύμα» αναζητούσαν την εικόνα τους στη ζωγραφική” σημείωνε η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα για την έκθεση «Π. Τέτσης: Η αποθέωση του τοπίου. Ζωγραφική 2010-2014» που διοργανώθηκε το 2015 από το Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη.
“Η Ελλάδα ήταν και παραμένει το καταφύγιό του και η ζωγραφική του μέσο διεκδίκησης ελευθερίας, ομορφιάς, ζωντάνιας και απτών αισθήσεων” σημείωνε ο διευθυντής του εικαστικού προγράμματος του Ιδρύματος Β & Μ Θεοχαράκη, Τάκης Μαυρωτάς.
Ο Π. Τέτσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1925 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά το 1937. Επέστρεφε όμως κάθε καλοκαίρι στην Ύδρα, όπου άρχισε να ζωγραφίζει. Εκεί συνάντησε τον Χατζηκυριάκο–Γκίκα και τον Πικιώνη, που τους θεωρεί, έμμεσα, δασκάλους του. Το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Γερμανό Klaus Frieslander και, στη συνέχεια, σπουδάζει στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1943–1949). Ένα χρόνο πριν αποφοιτήσει, πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση, (1948, Ρόμβος). Το 1951 ξεκινάει και τη διδακτική του δραστηριότητα, ως επιμελητής στην έδρα ελεύθερου σχεδίου στο ΕΜΠ, με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Με υποτροφία του ΙΚΥ συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι (1953-56) όπου μεταξύ άλλων παρακολουθεί μαθήματα χαλκογραφίας με τον Ed. Goerg στην Ecole des Beaux Arts. Δίδαξε στo Τμήμα Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου (1959-1962) και υπήρξε συνιδρυτής και δάσκαλος του Ελεύθερου Σπουδαστηρίου Καλών Τεχνών (Σχολή Βακαλό) – μαζί με τους Ελένη Βακαλό, Ασαντούρ Μπαχαριάν και Φραντζή Φρατζεσκάκη – (1958-1976).
Εκλέχτηκε καθηγητής στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1976), όπου δίδαξε ως το 1991 (πρύτανης από το 1989). Το 1993 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1999 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Φοίνικος. Είχε και έχει έντονη εκθεσιακή δραστηριότητα: περισσότερες από 90 ατομικές εκθέσεις και πάρα πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Η αναδρομική του έκθεση με τίτλο 35 χρόνια ζωγραφική (1992, Πινακοθήκη Πιερίδη), περιόδευσε στις δημοτικές Πινακοθήκες Μυτιλήνης, Πατρών, Καλαμάτας, Ρόδου και Χανίων. Ακολούθησαν και άλλες αναδρομικές εκθέσεις στην Εθνική Πινακοθήκη (1999), στη Φλωρεντία, την Κύπρο και αλλού.