Είναι γεγονός πως απαξιώνονται από πολλούς. Είναι επίσης αλήθεια πως υπάρχουν αρκετά κι όμως, κατά τη γνώμη μου, δε φτάνουν ποτέ. Ο λόγος προφανής: κάθε κοινωνία που σέβεται την ανάπτυξή της οφείλει να θεσμοθετεί διακρίσεις για τα μέλη της, στα διάφορα πεδία δράσης τους.
Το βραβείο συνιστά μια δημόσια και επίσημη ενθάρρυνση στον δημιουργό ώστε να συνεχίσει να είναι χρήσιμος. Ένα βραβείο απονέμεται για να στηρίξει την πρόθεση του δημιουργού αλλά και των συνδημιουργών του, των σύγχρονων και των επόμενων, και να επικροτήσει το κάτι μοναδικό ή ιδιαίτερο στο δημιούργημά του. Το βραβείο αφορά συγκεκριμένο έργο και απονέμεται για να τιμήσει συγκεκριμένα γνωρίσματά του. Δεν υπονομεύει κανέναν, μια και εξ ορισμού δε χάνεται ποτέ· είτε το κερδίζεις είτε δεν το κερδίζεις.
Η σκέψη ότι οι αξιολογήσεις, οι βραβεύσεις κι οι διακρίσεις κάνουν ανταγωνιστική την κοινωνία είναι βιαστική αφού δε λογίζεται πρόοδος χωρίς μελέτες και μια κοινότητα ρέπει στην ισοπέδωση και την αναρχία όταν καταδικάζει τα πάντα στην ομοιογένεια κι όταν αφήνει στην τύχη τους τους ανθρώπους που επιχειρούν να πουν ή να κάνουν κάτι ενδιαφέρον. Όσοι συμμετέχουν στις διαδικασίες διάκρισης επί της ουσίας επιβραβεύονται για το βήμα τους, τον λόγο τους, την κλίση τους στην προσφορά και την επικοινωνία, δηλαδή τη συμμετοχή τους στα κοινά.
Ποιος ο λόγος να φοβόμαστε τις βραβεύσεις; Ποιος ο λόγος να θεωρείται μικροπρεπές ή ματαιόδοξο να θέλει κανείς να αποσπάσει ένα βραβείο; Τι πιο υγιές και πιο όμορφο από την επιθυμία να ακούσεις ένα δυνατό “μπράβο” μετά από μια χρονοβόρα και πάντα με κόστος πνευματική και ψυχική διαδρομή;
Κάπως υποκριτική λοιπόν φαντάζει η άποψη αυτή, δεδομένου μάλιστα πως στη μικρή μας καθημερινότητα υποβάλλουμε διαρκώς ο ένας τον άλλον σε άτυπα τεστ και δοκιμασίες, αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, περνάμε από γνωματεύσεις τους ανθρώπους και στο τέλος ακουμπάμε σ’ αυτόν που μας φέρθηκε με τον τρόπο που η μνήμη μας έχει καταγράψει ως τον πιο ανθρώπινο.