Ο επικήδειος που εκφώνησε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στη Μητρόπολη αθηνών για τον Διονύση Σαββόπουλο:
“Διονύση Σαββόπουλε, παιδικέ μου ήρωα.
Η πρώτη μεγάλη συναυλία που παρακολούθησα ήταν δική σου όταν με πήγε ο πατέρας μου στο κεντρικό στάδιο της Λευκωσίας να σε δω την εποχή που η Κύπρος έκειτο μακράν και δεν πάταγε καλλιτέχνης στο νησί.
Σε αποχαιρετούμε σήμερα σαν έναν άνθρωπο σημαντικό για το τραγούδι και τον πολιτισμό, σημαντικό για τη σκέψη, το αίσθημα και την αισθητική μας, δηλαδή για ολόκληρη τη ζωή μας. Χωρίς εσένα άλλο θα ήταν το τραγούδι μας, άλλοι θα ήμασταν κι εμείς.
Μας έμαθες την αλφαβήτα της ιερής μας τέχνης. Παραμέρισες θαρραλέα εμπόδια και οδοφράγματα, δείχνοντάς μας δρόμο στο άπειρον. Μας είπες Γράψτε τα τραγούδια σας και τραγουδήστε τα.
Μας ανέθρεψε, μας στήριξες, μας ελευθέρωσες. Μαζί με τους αγαπημένους σου δασκάλους, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Βασίλη Τσιτσάνη φωταγώγησες στις πλατείες, τα θέατρα, τα σπίτια και τις καρδιές μας. Ανέδειξες το πολύτιμο – ανέβασες στο επίπεδο της χώρας συνολικά και το επίπεδο του καθενός και της καθεμιάς προσωπικά.
Πώς κατάφερες να ενωθείς μαζί μας σε τέτοιο βάθος; Είπες κάποτε, ο συνθέτης αυτό κάνει ενώνει τα κομμάτια της ψυχής μας σε ένα. Ε, λοιπόν, το έκανες πολύ καλά. Ένωσες τα κομμάτια μας.
Κάποιους μας ένωσες συχνά και εναντίον σου. Ήσουν γεμάτος αντιφάσεις. Ένας συντηρητικός με καρδιά επαναστάτη. Ένας αυστηρός δάσκαλος με ρούχα παλιάτσου. Ένας λόγιος καραγκιοζοπαίχτης.
Δεν ξέραμε πότε ήσουν ρόλος και πότε ο εαυτός σου. Ίσως ούτε και εσύ. Δυσκολεύτηκες. Σε ένιωθα. Μας δυσκόλευες και εμάς μας τσάντιζες. Ψάχναμε πού να σε κατατάξουμε, πως να σε καταλάβουμε.
Μα τι θέλαμε επιτέλους;
Να είσαι προβλέψιμος;
Και ποιος θα έγραφε αυτά τα απρόβλεπτα τραγούδια; Σου ζητούσαμε να πειθαρχήσεις στην εικόνα που σου δίναμε. Όμως μόνο ένας απείθαρχος μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασες. Θέλαμε να σε εξηγήσουμε. Ήσουν ανεξήγητος.
Στην τελευταία σου συναυλία, πιο ευάλωτος και πιο σίγουρος από ποτέ, καινουργιώνοντας ένα ξένο τραγούδι με τη μετάφρασή σου, εννοούσες κάθε λέξη όταν μας είπες:
“Και αν έκανα το παν;
Και αν πάλι ήταν λειψό;
Ακόμα κι αν αμφέβαλλα κι αν θέλησα ν’ αγγίξω
Πάντως δεν σας ξεγέλασα.
Σας είπα την αλήθεια.
Κι αν όλα λάθος πήγανε;
Εγώ θε θα σταθώ εδώ, στου τραγουδιού το ιερό.
Μη έχοντας άλλο στη φωνή μου από το Αλληλούια.”
Και μας ρώτησες: τι ακριβώς ακούσατε; Την αγιοσύνη ή τη φθορά στη λέξη Αλληλούια;
Ακριβέ μου δάσκαλε τον τελευταίο καιρό έγινες τρυφερός. Ζήτησε τις συγγνώμες σου. Είπες στα σ΄ αγαπώ σου.
Να ναι καλά ο Γιώτης και η Ελένη αξιώθηκα κι εγώ να σου το πω ξανά μετά από χρόνια πως σ’αγαπώ πριν από λίγες μέρες.
Εκ μέρους των γνωστών και αγνώστων ποιητών μιας αντι ποιητικής εποχής, των σημερινών καλλιτεχνών μιας Ελλάδας που παραμένει οικόπεδο και αποικία, αλλά που την αγάπησες, την τίμησες και την πλούτισες, εκ μέρους του κάθε ακροατή που χώρεσε στα τραγούδια σου και του κάθε παιδιού που σε περιέχει χωρίς να σε ξέρει… σε ευχαριστώ. Φεύγεις γιορτινός και αιώνιος, αφήνοντάς μας τα ανεκτίμητα δώρα του περάσματος σου από την γη”.













