Αρχική ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ Γιώργος Γαλίτης: «Μας έρχονται τα χαστούκια και δεν αντιδρούμε»

Γιώργος Γαλίτης: «Μας έρχονται τα χαστούκια και δεν αντιδρούμε»

0
862

Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.com

Τόπος: Αυτή τη φορά… πήγε το βουνό στον Μωάμεθ
Χρόνος: Νύχτα, μαύρη νύχτα… για να βλέπουμε τα ραδίκια ανάποδα
Σκοπός: Να ζήσουμε και να τους θυμόμαστε… όλους τους ρόλους του

Λες και έπεσε στο βαρέλι με τον σαρκασμό, λες και στην κούνια τον έντυναν με χιούμορ, λες και οι εκφράσεις του προσώπου του και οι λέξεις των χειλιών του έχουν βάλει στόχο το γέλιο, χωρίς υπερβολή. Δεν είναι ένας τυχαίος κωμικός, είναι ένας κωμικός που τον έχουμε ζήσει τηλεοπτικά και θεατρικά σε ωραία σχήματα γέλιου και σάτιρας. Αυτή τη φορά κάνει σάλτο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη με… «τα ραδίκια ανάποδα» και μας κάνει κοινωνούς σε 12 κηδείες και έναν απολογισμό του χάρου για να μην μας μείνει κοιλιακός αγύμναστος. Ο Γιώργος Γαλίτης σκηνοθετείται από τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη και ανεβαίνει στην σκηνή του Ράδιο Σίτυ σήμερα κάνοντας πρεμιέρα μετά τις 21.00. Ένας πολιτικός, ένας ράπερ, ένας ηγούμενος, ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας κλέφτης, ένας στρατηγός, ένας μάγειρας ένας κρητικός και κάμποσοι ακόμη χαρακτήρες αποκτούν κοινά σημεία και φοριούνται στα μέτρα του γνωστού ηθοποιού. «Πρόκειται για 13 επικήδειους. Δεν πεθαίνω, τους πεθαίνω. Περιγράφω τη ζωή τους, περιγράφω κομμάτια της κοινωνίας. Κάθε επικήδειος περιλαμβάνει αυτόν που τον λέει και αυτόν στον οποίο αναφέρεται. Πότε σχολιάζει ο ένας και πότε σχολιάζει ο άλλος» μου εξηγεί και ενώ οι ρόλοι εναλλάσσονται εκείνος παραμένει μόνος στο σανίδι.

 

Να πως γράφονται οι ιστορίες…

«Εγώ ξεκίνησα για να σχολιαστούν κάποια πράγματα. Δεν σατιρίζονται πρόσωπα, σατιρίζονται καταστάσεις από την καθημερινότητα και νοοτροπίες. Από την γραφειοκρατία μέχρι την κρίση και από την πείνα -που τη ζούμε- μέχρι τον πλούτο της εκκλησίας. Υπάρχουν βέβαια και κάποια τελείως χιουμοριστικά κομμάτια σαν ανάσες μέσα στο όλο πράγμα» μου αναφέρει ο Γιώργος Γαλίτης και αναρωτιέμαι πως μπορεί να διαχειρίζεται μόνος του ένα τόσο μεγάλο εύρος ερμηνειών. «Δεν νιώθω καθόλου μοναξιά. Είναι φυσικά δύσκολο να μην μπορείς να ακουμπήσεις στα μάτια του συναδέλφου ή σε μια ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί από τους συναδέλφους πάνω στην σκηνή. Είναι περίεργο πράγμα και πρώτη φορά το κάνω, αλλά ο συμπαίκτης μου είναι το κοινό» μου λέει, αν και η διάδραση με τους θεατές είναι περιορισμένη, ώστε να μην βγαίνει από την τροχιά του και τη σύμβαση του έργου. Το ακροατήριο του έχει ενεργό ρόλο όπως θα είχε και ένα ακροατήριο ενός επικήδειου. Παραδέχομαι ότι κάναμε μερικές διακρίσεις. Μου είπε για τον πολιτικό που εκφωνεί λόγο για έναν ψηφοφόρο του και πόσο τον γοητεύει αυτή η φιγούρα που σε μας φαντάζει επιεικώς αποκρουστική. «Πολλές φορές οι άνθρωποι οι οποίοι τους αντιπαθείς και που είναι αρνητικοί ρόλοι, όπως ο πολιτικός, όταν τους υποδύεσαι είναι πολύ γοητευτικό και πολύ αστείο να συμβαίνει». Δεύτερη στάση κάναμε στον ράπερ που βγάζει cd με τίτλο «το επικουρικό», με τα χρήματα από το εφάπαξ και πήγε από πέσιμο χορεύοντας break dance στα 88 του. «Από μια φιγούρα εδάφους… έγινε εδάφους εδάφους» μου λέει χαριτολογώντας ο Γιώργος. Παρά το γεγονός πως οι κηδείες δεν είναι για γέλια, αλλά συνήθως για κλάματα, εκείνος αλλάζει τροπή. «Οι περισσότεροι αποθανώντες του έργου είναι άνθρωποι που εύκολα θα λέγαμε… ααα άξιζε να τον πάρει ο χάρος και σε πολλές περιπτώσεις θα ευχόμαστε να είχε πάρει ο χάρος αυτόν που εκφωνεί τον επικήδειο» συμπληρώνει. Κάπου εδώ άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο λυτρωτικό είναι να βγάζουμε τα απωθημένα του κόσμου μας μέσα από κόντρα ρόλους. Μέχρι και Ερωτόκριτο θα ακούσουμε σε αυτή την παράσταση σε μουσική εκδοχή. «Όλα είναι πράγματα που τα δούλευα καιρό. Κάποια φύγαν, κάποια μείναν, κάποια αλλάχθηκαν» μου επισημαίνει. Όσο για τις αλλαγές και τις μεταμφιέσεις του; Κάνει τα πάντα ενώπιον του κοινού του. Ένα σακάκι, ένα μουστάκι, μια περούκα, μια μικρή λεπτομέρεια… αρκούν για να τον βάλουν στο καινούριο –κάθε φορά- πλαίσιο του χαρακτήρα που παίζει.

Ο χάρος, η χώρα και τα χειρότερα!

Το καλωσόρισμα στα «ραδίκια» ξεκινά με ένα ωραίο κλισέ. Θα είναι εκεί ο χάρος για να μας υποδεχτεί. «Ο χάρος θάβει τον εαυτό του, σαρκάζεται. Έχει βαρεθεί να θάβει άλλους. Θέλει κι αυτός να ξεκουραστεί σε ένα νεκροκρέβατο από μαόνι, με βαθύ χρωματισμό και μαύρη λάκα». Τα λόγια από μόνα τους λένε την ουσία, αλλά η εικόνα μάλλον έχει extras που δεν θα πρέπει να χάσουμε. Άλλωστε η ένδυση του χάρου δεν περιλαμβάνει μαύρη μπέρτα και δρεπάνι, αλλά άσπρο σακάκι και άσπρη περούκα. Μέσα από ένα τέτοιο σκηνικό ο ίδιος ξορκίζει ό,τι ζούμε. «Τις ξέρουμε και τις αιτίες και τις αφορμές, τα έχουμε ζήσει, τα ζούμε δηλαδή. Δεν ξέρω βλέπουμε τα πράγματα με μια απάθεια και με μια ανοσία και με μια αδράνεια που δεν θα οδηγήσει πουθενά. Μας έρχονται τα χαστούκια και δεν αντιδρούμε». Εδώ ακριβώς ήταν που ξεκλειδώσαμε έναν κόσμο από παράπονα και ενοχλήσεις. «Θα θελα να αντιδράσουμε. Θα ήθελα να γίνουμε περισσότερο εμείς παρά ο καθένας ξεχωριστά για την συντεχνία του, για τον κλάδο του, για την θέση του. Να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε όλο αυτό, γιατί αλλιώς δεν αντιμετωπίζεται. Είναι τεράστια τα χαστούκια και οι κλωτσιές που τρώμε. Πρέπει να μας κόψουν και το κεφάλι για να καταλάβουμε ότι κάτι συμβαίνει»; Δεν την απαντήσαμε αυτή την ερώτηση. Ούτε εκείνος, ούτε εγώ. Προχωρήσαμε όμως λίγο παρακάτω… εκεί που η σάτιρα κληρονομεί τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και τα φωτίζει για να δώσει στο κοινό μια στάλα από διαφορετική σκέψη και αντίληψη, να ανοίξει δρόμους. «Παλιά όσοι ασχολούνταν με τη σάτιρα λάτρευαν τις συντηρητικές κυβερνήσεις. Λειτουργούσε μια ολόκληρη κυβέρνηση για τους γελοιογράφους, αλλά έχουμε φτάσει σε τέτοια επίπεδα αγριότητας και δεν θέλεις ούτε να βλέπεις, ούτε να τα ακούς, γιατί σε ακουμπάνε στην ψυχή και στην ξεριζώνουν». Δεν είχα σκεφτεί πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να πληγώνεται και να ξαναπληγώνεται από έναν ρόλο. «Όταν ακούς για παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα, όταν ακούς για συνταξιούχους που πάνε με 5 ευρώ στη ΔΕΗ και λένε “είναι τα τελευταία μου… πάρτα για να έχω λίγο ρεύμα”. Πώς να το σατιρίσεις και πώς να το αντιμετωπίσεις αυτό; Είναι κατάντια και βλέπουμε και φαινόμενα νεοφασισμού λες και είμαστε σε άλλη χώρα λες και είμαστε σε μια περίοδο πριν τον Μεταξά ή στην Γερμανία πριν τον Χίτλερ» μου λέει.

Και η συζήτηση ευτυχώς ξέφυγε!

Αυτό το χειμαρρώδες της αγανάχτισης συνεχίστηκε και φτάσαμε να μην μπορούμε δύο άνθρωποι να προσδιορίσουμε το πολίτευμα της Ελλάδος. Εγώ δεν το πάλεψα… έμεινα με την απορία. Εκείνος ως καλλιτέχνης… το έριξε στους συνειρμούς. «Μου θυμίζει μια σούπα με πολύ δυσάρεστη γεύση». Με αυτή την γεύση, την καθόλου νόστιμη, αναζητήσαμε την Ιθάκη, το φως στο τούνελ, για να καταλήξουμε στο εξής απλό: «Δεν ξέρουμε τι είμαστε, ούτε που πάμε». Με το ηλεκτρονικό του τσιγάρο να πηγαίνει πάφα-πούφα και το κασετοφωνάκι μου να έχει πάρει φωτιά πέρασαν λεπτά μιλώντας για την επιλογή του να ψηφίζει κανείς Χρυσή Αυγή. «Από αντίδραση θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή; Είναι άγριο… είναι άθλιο! Είναι αντίδραση αυτό το πράγμα; Με αυτά τα πράγματα δεν παίζουμε, δεν δίνουμε στους τρελούς τόση δύναμη, δεν δίνουμε στους κακούς τόση δύναμη, δεν θα βγει σε καλό, το βλέπεις και σαν εικόνα. Πατάνε σε σενάρια που έχουν οδηγήσει στον όλεθρο. Η εξέλιξη τους είναι αίμα και μόνο». Αν υπήρχε εικονόγραμμα χειροκροτήματος θα το έβαζα αλήθεια στο σημείο αυτό, αλλά δυστυχώς δεν. Δεν τελειώνουν όμως έτσι οι σοβαρές κουβέντες και ο ίδιος ανέσυρε τον ρόλο του «μάγειρα της κρίσης» για να μου πει πως στην σκηνή επιδιώκει να μαγειρέψει αστακομακαρονάδα με μοναδικό υλικό ένα φασόλι. «Ακούγεται ανόητο, ίσως και αστείο. Κάποιοι μου λένε ότι δάκρυσαν με όλο αυτό, ενώ ο σκοπός ήταν να προκληθεί το γέλιο». Λες και μας ξυπνά το κατοχικό σύνδρομο… σκέφτηκα. «Μα, μια κατοχή δεν ζούμε; Με άλλους όρους, αλλά το ίδιο αβάσταχτους. Όταν σε έναν νέο στερείς τον καφέ του, το σινεμά, μια παράσταση, την συναναστροφή του με την κοινωνία… αυτό είναι εφιάλτης κι αυτόν τον εφιάλτη τον ζούμε όλοι» μου απαντά. Μπορεί να πλήρωσε τα χαράτσια του, αλλά εξακολουθεί να αναρωτιέται γιατί οι Έλληνες εφοπλιστές αγοράσανε περισσότερα καράβια φέτος σε σχέση με πέρυσι. «Το διάβασα σε μια οικονομική εφημερίδα και φαντάζομαι ότι για κάποιους αυτή η κρίση είναι χρυσωρυχείο». Μακάρι η τέχνη να μπορούσε να διορθώσει τα πράγματα, αλλά όπως ισχυρίζεται και εκείνος… «η τέχνη δεν δείχνει την ζωή όπως είναι, αλλιώς θα ήταν ένα ντοκιμαντέρ». Κι αν πρέπει να βασιστούμε σε ένα μαγικό για να πάμε βήματα μπροστά, κατά την γνώμη του οφείλουμε να επενδύσουμε στην αγάπη για τον διπλανό μας. «Όχι να μας αγαπάνε, αλλά να αγαπάμε τους ανθρώπους. Αυτό είναι το σημαντικό. Κι ας βριστήκαμε στο πάρκινγκ, είμαστε στο ίδιο καράβι». Να κι ένας άνθρωπος που πιστεύει ακόμα στις γειτονιές –μικρές ή μεγάλες δεν έχει σημασία. «Έχουμε μάθει να ζούμε μόνοι μας και αυτός δεν είναι ο σωστός δρόμος» καταλήγει.

Δίνοντας κωμικο-τραγικό ρόλο στην Ελλάδα…

Πάντα είχα απορία με τι γελούν οι κωμικοί. Ο Γιώργος Γαλίτης βγάζει το καπέλο στον Πήτερ Σέλερς, τον Μπάστερ Κήτον, τον Τζέρι Λούις, αλλά και τις παλιές ελληνικές «καραβάνες» Χάρυ Κλυν, Γιώργο Κωνσταντίνου και φυσικά τον Θύμιο Καρακατσάνη που υπήρξε και δάσκαλος του. Κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη, τον Πέτρο Φιλιππίδη, τον Γιάννη Μπέζο και αυτό του είναι ευχάριστο. Αν είχε όμως να επιλέξει έναν ρόλο για να «βαφτίσει» την Ελλάδα, θα έφτανε μέχρι την «Φαύστα» του Μποστ. «Είναι μια κωμωδία του περασμένου αιώνα, όμως για μένα αυτή είναι η Ελλάδα και ελπίζω να αλλάξει μυαλό. Πρόκειται για μια μάνα που χάνει το παιδί της, αλλά ασχολείται με άλλα πράγματα. Αντιμετωπίζει με μια απάθεια τον χαμό του παιδιού της». Τόσο συμβολικό και τόσο αληθινό όλο το παραπάνω, που θεώρησα ότι δεν έχω τίποτε άλλο να συζητήσω μαζί του μετά από αυτό.

Κι όμως υπήρχε κάτι ακόμα…

«Για μένα η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης είναι η ελευθερία… το να είσαι ελεύθερος μπροστά σε ένα λευκό χαρτί και να χρειάζεσαι μόνο ένα μολύβι για να αφήσεις το αποτύπωμα σου» μου λέει. Τι θα ζωγράφιζε πρώτα; «Ίσως ένα χαμόγελο».

Info:

Παράσταση «Τα Ραδίκια Ανάποδα» στο Ράδιο Σίτυ
Πρεμιέρα σήμερα Παρασκευή 1 Μαρτίου
Και Σάββατο 2 και Κυριακή 3 Μαρτίου
Στις 9 και 13 πρώτα λεπτά και 13 δευτερόλεπτα

Σκηνοθετεί, με σπαραγμό ψυχής, ο αείμνηστος Βλαδίμηρος Κυριακίδης.
Τους ρόλους έχει γράψει, τους κλαίει, τους οδύρεται
μα και τους υποδύεται ο αξιομακάριστος Γιώργος Γαλίτης.
Γενική Είσοδος εισιτηρίου 12 ευρώ.

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ