Απόγευμα, ώρα 8:00 μ.μ. Περιοχή Χορτιάτη Θεσσαλονίκης. Κάθομαι στη στάση και περιμένω το λεωφορείο. Έρχεται ένας κύριος, με καλησπερίζει (πράγμα παράξενο στην εποχή που ζούμε) και κάθεται δίπλα μου περιμένοντας και αυτός να επιβιβαστεί στο λεωφορείο. Του χαμογελώ. Αφηρημένοι και οι δυο κοιτάμε το τοπίο.
«Σήκω πάνω ρε! Τι κάνεις εκεί; Γιατί κάθεσαι δίπλα στη κοπέλα; Φύγε θα σε σπάσω στο ξύλο». Αυτό ήταν. Εμφανίστηκαν δυο άντρες, ένας μεγαλόσωμος και ένας κανονικός. Άρπαξαν τον άνθρωπο και τον έδιωξαν κυριολεκτικά με τις κλωτσιές. «Να πας σπίτι σου ρε, να πας από κει που ήρθες. Να ψοφήσεις».
Με πλησίασαν και με ρώτησαν αν είμαι καλά, αν με είχε πειράξει. «Γιατί αν σε πείραξε θα τον κυνηγήσω και μετά …» Απάντησα αρνητικά. «Πάντως εμείς είμαστε εδώ για να σας προστατεύουμε. Μην μας ξεχάσεις». Φύγανε.
Δεν είπα τίποτα. Δεν είπα τίποτα. Δεν έκανα τίποτα. Ούτε κουνήθηκα από τη θέση μου. Ούτε ανάσα πήρα. Δεν τον υπερασπίστηκα. Δεν πήρα θέση. Δεν μίλησα. Τίποτα δεν έκανα. Καθόμουν και κοιτούσα. Τίποτα δεν έκανα. Φοβήθηκα.
μέσω Intellectum